Greek English

Αρτηριακή Υπέρταση

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Γράφτηκε από τον/την Dr Στεργίου Δημήτριος

ypertashΑρτηριακή Υπέρταση είναι η σταθερή αύξηση της αρτηριακής πίεσης πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Η αρτηριακή πίεση είναι η πίεση που ασκεί το αίμα στο εσωτερικό τοίχωμα των μεγάλων αρτηριών καθώς αυτές το μεταφέρουν από την καρδιά στα υπόλοιπα όργανα.


Η αρτηριακή πίεση καταγράφεται με δύο αριθμούς. Ο μεγαλύτερος αριθμός είναι η «συστολική» πίεση, που είναι γνωστή ως «μεγάλη» πίεση, και ο μικρότερος αριθμός είναι η «διαστολική», ή «μικρή» πίεση. Συστολική είναι η πίεση που ασκείται στις αρτηρίες όταν η καρδιά συσπάται για να προωθήσει το αίμα μέσω των αρτηριών προς τα όργανα του σώματος και διαστολική όταν η καρδιά χαλαρώνει για να δεχθεί το νέο οξυγονωμένο αίμα από τους πνεύμονες.
Στους νεαρότερους υπερτασικούς είναι συνήθως αυξημένη η διαστολική πίεση, ενώ στους ηλικιωμένους είναι η συστολική πίεση που είναι συνήθως αυξημένη με φυσιολογική ή και αρκετά χαμηλή τη διαστολική. Η υπέρταση αυτή, που λέγεται «μεμονωμένη συστολική» υπέρταση, είναι εξίσου, ή και περισσότερο, επικίνδυνη από τη διαστολική υπέρταση.
Η αρτηριακή υπέρταση στην μεγάλη πλειονότητά της – περισσότεροι από τους 9 στους 10 ασθενείς – είναι άγνωστης αιτιολογίας («ιδιοπαθής» υπέρταση). Έχει σχέση με την κληρονομικότητα, την παχυσαρκία, τη μακροχρόνια πρόσληψη αυξημένης ποσότητας αλατιού, την έλλειψη άσκησης και την καθιστική ζωή, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλης, την κατάχρηση ουσιών κ.α. Συνήθως εμφανίζεται μετά την ηλικία των 30 ετών, αλλά μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε παιδιά ή εφήβους. Σχετικά με την υπέρταση στα παιδιά και τους εφήβους πρέπει να αναφερθεί ότι η συχνότητά της φαίνεται ότι αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Σημαντικό ρόλο παίζει το ιδιαίτερα ανησυχητικό, και ολοένα αυξανόμενο, φαινόμενο της παχυσαρκίας που αφορά τα σημερινά παιδιά και τους εφήβους. Στα μικρά παιδιά η υπέρταση είναι συνήθως δευτεροπαθής, δηλαδή υπάρχει κάποια νόσος που την προκαλεί, ενώ σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας είναι συνήθως «ιδιοπαθής». Η αρτηριακή υπέρταση αναφέρεται σε αύξηση της πίεσης πάνω από την 95η εκατοστιαία θέση για την αντίστοιχη ηλικία, το φύλο και το ύψος.
Σχετικά με την κληρονομικότητα, όταν ο ένας γονέας είναι υπερτασικός η πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης στα παιδιά ξεπερνά το 30%, ενώ άτομα με υπερτασικούς και τους δύο γονείς, μπορεί να παρουσιάσουν υπέρταση σε ποσοστό περίπου 15%.
Οι περιπτώσεις δευτεροπαθούς υπέρτασης, δηλαδή της υπέρτασης που οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο νόσημα που μπορεί να διαγνωστεί και να αντιμετωπιστεί με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της υπέρτασης, είναι λίγες (5%). Αίτια δευτεροπαθούς υπέρτασης αποτελούν ορισμένες παθήσεις των νεφρών ή των αρτηριών τους, η άπνοια κατά τον ύπνο, κάποιες παθήσεις ορισμένων ενδοκρινών αδένων, η στένωση του ισθμού της αορτής, καθώς και ορισμένα φάρμακα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα αντισυλληπτικά, την ερυθροποιητίνη και τα κορτικοειδή.
Η υποψία δευτεροπαθούς υπέρτασης τίθεται από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις εργαστηριακές εξετάσεις. Η πολύ αυξημένη αρτηριακή πίεση, η αιφνίδια εμφάνισή της, καθώς και η ανθεκτική υπέρταση, μπορούν να υποκρύπτουν δευτεροπαθή υπέρταση. Έλεγχος για δευτεροπαθή υπέρταση χρειάζεται μόνο σε λίγες επιλεγμένες περιπτώσεις και διενεργείται από εξειδικευμένο ιατρό με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Ο αδικαιολόγητος έλεγχος υποβάλλει τον ασθενή σε ταλαιπωρία, και επιπλέον τον ίδιο και το Ταμείο του σε δαπανηρές εξετάσεις και αναίτια έξοδα.


ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ


Η προσεκτική λήψη του ατομικού, αλλά και του οικογενειακού ιστορικού, καθώς και η ενδελεχής κλινική εξέταση αποτελεί το πρωταρχικό βήμα ώστε να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της υπέρτασης, η πιθανή ανεύρεση αιτίου για την εμφάνισή της ή την απορρύθμισή της, και βέβαια να αξιολογηθούν οι υπόλοιποι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Θα ληφθούν επίσης πληροφορίες για τον τρόπο ζωής (κάπνισμα, αυξημένη πρόσληψη αλκοόλης και αλατιού, σωματική δραστηριότητα) καθώς και για πιθανή λήψη φαρμάκων. Παράλληλα οι εξετάσεις που θα υποβληθεί ο ασθενής θα αναδείξουν πιθανές βλάβες σε όργανα-στόχους (καρδιά και αγγεία, εγκέφαλος, οφθαλμοί, νεφροί) και θα θέσουν τη διάγνωση πιθανής δευτεροπαθούς υπέρτασης. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν τη βυθοσκόπηση, την υπερηχογραφική μελέτη των καρωτίδων, τη μέτρηση του σφυροβραχιόνιου δείκτη κ.α.
Η αυξημένη αρτηριακή πίεση μπορεί να γίνει αισθητή προκαλώντας πονοκέφαλο, ζάλη, βουητό στα αυτιά, εξάψεις ή και να μην προκαλεί κανένα ενόχλημα. Αρκετές φορές βέβαια τα ενοχλήματα αυτά είναι το αποτέλεσμα ανησυχίας ή πανικού λόγω της λανθασμένης αντίληψης ότι η αυξημένη πίεση μπορεί εύκολα να προκαλέσει εγκεφαλικό επεισόδιο ή κάποιο καρδιακό επεισόδιο. Βασική προϋπόθεση, όμως, ώστε να γίνει αντιληπτό το πρόβλημα της υπέρτασης είναι η μέτρηση της πίεσης. Δεν υπάρχει καμιά άλλη μέθοδος ή εξέταση για την αποκάλυψη των υπερτασικών ατόμων.
Η μέτρηση της πίεσης είναι σχετικά απλή, αφού προηγηθεί μία μικρή εκπαίδευση του εξεταζομένου ή των οικείων του, και γίνεται είτε με αυτόματο ηλεκτρονικό πιεσόμετρο, είτε με πιεσόμετρο που χρειάζεται ακουστικά (υδραργυρικό ή μεταλλικό). Τόσο στα φυσιολογικά, όσο και στα υπερτασικά άτομα, η αρτηριακή πίεση μεταβάλλεται συνεχώς. Για την σωστή αξιολόγηση της αρτηριακής πίεσης, λόγω της υψηλής μεταβλητότητας που εμφανίζει, χρειάζονται μετρήσεις σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, αλλά πάντα σε συνθήκες ηρεμίας. Καλό είναι όμως, όταν αρχικά διαπιστώνεται υπέρταση, να γίνονται μετρήσεις το πρωί πριν το πρωινό γεύμα, και το απόγευμα πριν το δείπνο. Είναι επόμενο ότι σε συνθήκες εκνευρισμού, φόβου, πανικού, πόνου ή έντονης σωματικής προσπάθειας η πίεση μπορεί να αυξηθεί αρκετά. Η μέτρηση αυτή δεν είναι όμως αντιπροσωπευτική της αληθινής πίεσης, και βέβαια, αν δεν συνοδεύεται από κάποιο άλλο σοβαρό πρόβλημα, δεν χρειάζεται αντιμετώπιση, αφού συνήθως υποχωρεί μετά την άρση του αιτίου που την προκάλεσε. Όλα τα πιεσόμετρα μετρούν την πίεση σε χιλιοστά στήλης υδραργύρου (π.χ. 140/90 mmHg). Τουλάχιστον μισή ώρα πριν από τη μέτρηση της πίεσης, θα πρέπει να αποφεύγεται το κάπνισμα. Οι μετρήσεις πρέπει να γίνονται πάντα σε καθιστή θέση αφού ο εξεταζόμενος παραμείνει στη θέση αυτή για 5 με 10 λεπτά. Το χέρι στο οποίο μετράται η πίεση πρέπει να είναι ακουμπισμένο σε σταθερή επιφάνεια στο ύψος της καρδιάς. Η περιχειρίδα πρέπει να εφαρμόζει καλά πάνω στο μπράτσο χωρίς να παρεμβάλλεται το μανίκι, αλλά και χωρίς αυτό να είναι σφιχτά γυρισμένο στο μπράτσο. Το πιεσόμετρο φουσκώνει μέχρι το 200 mmHg, περίπου, εκτός αν η εκτιμώμενη πίεση είναι χαμηλή οπότε θα πρέπει να φουσκώνει περίπου μέχρι το 160 mmHg, και ακολούθως ξεφουσκώνει σχετικά αργά. Συστολική πίεση είναι το σημείο που ακούγεται ο πρώτος ρυθμικός χτύπος, όσο αδύνατος και να είναι, και διαστολική πίεση είναι το σημείο όπου ο ρυθμικός ήχος παύει να ακούγεται. Η πίεση πρέπει να μετράται τρεις φορές με μεσοδιάστημα 3 λεπτών περίπου και να υπολογίζεται ο μέσος όρος. Αλλά τις περισσότερες φορές αρκούν δύο μετρήσεις της πίεσης κάθε φορά, και αν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των μετρήσεων, να ακολουθεί η τρίτη.
Την πρώτη φορά η μέτρηση πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα και στα δύο χέρια για τον αποκλεισμό διαφοράς στην πίεση μεγαλύτερης από 20 mmHg οπότε και θα χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση. Για τη μακροχρόνια παρακολούθηση της πίεσης σε άτομα υπό θεραπεία, 1-2 μετρήσεις της πίεσης την εβδομάδα είναι συνήθως αρκετές. Η πίεση δεν πρέπει να μετράται καθημερινά ή αρκετές φορές την ημέρα γιατί το μοναδικό αποτέλεσμα θα είναι εκνευρισμός και ανησυχία. Παράλληλα πρέπει να αποφεύγονται αλλαγές στη θεραπεία ως αποτέλεσμα μεμονωμένων μετρήσεων.
Όπως αναφέρθηκε οι μεμονωμένες μετρήσεις, είτε από τον γιατρό, είτε από το ίδιο το άτομο που διαπιστώνει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης στο πιεσόμετρο, δεν μπορούν να θέσουν τη διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης. Για να τεθεί η διάγνωση αυτή απαιτούνται διαδοχικές μετρήσεις με σταθερή αύξηση της πίεσης πάνω από 140 mmHg όσον αφορά την συστολική πίεση ή πάνω από 90 mmHg για τη διαστολική. Μάλιστα, οι νέες οδηγίες είναι περισσότερο ανεκτικές για τους ηλικιωμένους ασθενείς. Η διάγνωση, λοιπόν, της υπέρτασης και ακόμα περισσότερο η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής δεν πρέπει να γίνονται με βάση περιστασιακές μετρήσεις της πίεσης. Σημειωτέον, ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος για την άμεση ή όχι έναρξη αγωγής, δηλαδή, αν ο ασθενής παράλληλα με τις υψηλές τιμές αρτηριακής πίεσης έχει και συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου, όπως σακχαρώδη διαβήτη, νεφρική βλάβη, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία νόσο, περιφερική αγγειοπάθεια, παχυσαρκία, υπερλιπιδαιμία, κ.α. Αυτό σημαίνει ότι σε άτομα που δεν έχουν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο μπορεί να υπάρξει μία περίοδος μετρήσεων χωρίς φαρμακευτική αγωγή, παρά μόνο με υγιεινοδιαιτητικές συστάσεις και επανεκτίμηση σε εύλογο χρονικό διάστημα. Είναι αρκετές οι φορές που η αλλαγή στον τρόπο ζωής (διακοπή καπνίσματος, απώλεια βάρους, γυμναστική, ελάττωση του αλατιού, αποφυγή, κατά το δυνατό, του άγχους, κ.α.) αναστέλλει ή και ματαιώνει την έναρξη αγωγής.
Αξίζει εδώ να αναφερθούν κάποιοι χαρακτηρισμοί υπερτάσεων όπως είναι η υπέρταση της άσπρης μπλούζας, η συγκαλυμμένη υπέρταση και η «νευροπίεση».
Η υπέρταση της άσπρης μπλούζας αναφέρεται στην αυξημένη πίεση που εμφανίζουν ορισμένα άτομα στο χώρο του ιατρείου, ενώ οι κατ' οίκον μετρήσεις τους είναι φυσιολογικές. Όταν υπάρχει υποψία για αυτό το είδος υπέρτασης δίνεται βαρύτητα στις μετρήσεις κατ' οίκον, ή συστήνεται καταγραφή της με ειδική φορητή συσκευή 24ωρης παρακολούθησης. Η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής στα άτομα με υπέρταση άσπρης μπλούζας γίνεται όταν πρόκειται για άτομα με υψηλό συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο ή οι εξετάσεις που θα υποβληθούν δείξουν ότι έχουν προσβληθεί όργανα-στόχοι (καρδιά, νεφροί, οφθαλμοί, κ.α.).
Η συγκαλυμμένη υπέρταση αναφέρεται σε αρτηριακή πίεση που είναι φυσιολογική κατά τη μέτρησή της στο ιατρείο (μικρότερη από 140/90 mmHg), αλλά είναι αυξημένη εκτός ιατρείου (μεγαλύτερη από 135/85 mmHg). Είναι εξίσου σημαντική με την συνήθη υπέρταση αφού μπορεί να διαλάθει της προσοχής και να προκαλέσει βλάβες στα όργανα στόχους. Σημαντικό ρόλο στη διάγνωσή της παίζει η 24ωρη καταγραφή της με φορητή συσκευή παρακολούθησης του καρδιακού ρυθμού.
Ο όρος «νευροπίεση» που συχνά αναφέρεται από κάποιους ασθενείς, ενίοτε στα πλαίσια υποβιβασμού του προβλήματος, δεν υφίσταται, και αντιστοιχεί στην αύξηση της πίεσης που δυνητικά εμφανίζουν όλοι οι άνθρωποι σε συνθήκες άγχους, στενοχώριας ή πανικού. Όμως υπέρταση έχουν μόνο τα άτομα που παρουσιάζουν σταθερή αύξηση της πίεσης σε συνθήκες ηρεμίας.
Πρέπει να τονισθεί ότι η υπέρταση δεν θεραπεύεται, αλλά ρυθμίζεται. Αυτό γίνεται είτε μόνο με αλλαγή του τρόπου ζωής, όπου αυτό είναι εφικτό, είτε σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή όταν το πρώτο δεν αρκεί, ή το άτομο έχει μεγάλο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το κέρδος για τον ασθενή είναι, μεταξύ άλλων, η σημαντική μείωση του κινδύνου για έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο, νεφρική ανεπάρκεια, κ.α..
Η αλλαγή του τρόπου ζωής συνίσταται σε απώλεια σωματικού βάρους, δίαιτα πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, τροφές πλούσιες σε κάλιο και ασβέστιο, αποφυγή του αλατιού (ο οργανισμός πολύ γρήγορα θα συνηθίσει την μείωση του αλατιού), ελάττωση της πρόσληψης αλκοόλης (ένα ποτηράκι κόκκινου κρασιού ημερησίως είναι αρκετό), διακοπή του καπνίσματος, αφού αυξάνει σημαντικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, όχι υπερκατανάλωση καφεΐνης (ένα με δύο καφεδάκια είναι αρκετά), και τέλος, και ίσως σημαντικότερο όλων, γυμναστική.
Πριν αναφερθούμε στην χρόνια φαρμακευτική αγωγή για τη ρύθμιση της πίεσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση αυξημένης αρτηριακής πίεσης συστήνεται η λήψη ηρεμιστικών δισκίων, αφού βοηθούν το άτομο να βγει από τον φαύλο κύκλο πίεση-εσφαλμένος φόβος για πιθανό εγκεφαλικό-περαιτέρω αύξηση της πίεσης. Η λήψη υπογλωσσίων δισκίων καλό είναι να αποφεύγεται αφού μπορεί δυνητικά να προκαλέσει προβλήματα παρά να λύσει.
Σχετικά τώρα με τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, να επισημάνουμε ότι αυτή πρέπει να είναι αρμοδιότητα ιατρού και όχι άλλων λειτουργών του χώρου της υγείας, συγγενών, γειτόνων κ.α. Ένα φάρμακο που ρυθμίζει ικανοποιητικά έναν ασθενή δεν είναι απαραίτητα η σωστή θεραπεία και για κάποιον άλλο. Επίσης, η λήψη των φαρμάκων πρέπει να είναι καθημερινή αφού κανένα αντιυπερτασικό σκεύασμα δεν έχει διάρκεια ζωής περισσότερο από μία ημέρα. Η φαρμακευτική αγωγή για την υπέρταση είναι συνήθως δια βίου. Οι περιπτώσεις που θα διακοπεί η αγωγή αφορά συνήθως ασθενείς όπου υπήρχαν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης αναφορικά με τον τρόπο ζωής (για παράδειγμα απώλεια βάρους, διακοπή κατανάλωσης υπερβολικής ποσότητας αλκοόλης), ή ασθενείς όπου η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής έγινε απερίσκεπτα. Τέλος, να τονισθεί ότι οι μετρήσεις της πίεσης και η επισκέψεις στον γιατρό είναι σχετικά συχνές μέχρι να ρυθμιστεί η πίεση και αραιώνουν στη συνέχεια χωρίς όμως αδιαφορία, επανάπαυση ή αυταπάτες για θεραπεία της υπέρτασης, αλλά ταυτόχρονα και χωρίς άγχος ή υπερβολές με καθημερινές ακατάπαυστες μετρήσεις και αναίτιες ιατρικές επισκέψεις.