Καρδιολόγος Δημήτρης Στεργίου

Μετεκπαιδευθείς στην Υπερηχοκαρδιογραφία στο Nebraska Medical Center, Omaha USA
και στην Αθλητική Καρδιολογία στο St. George’s Hospital, London UK

Η εγκυμοσύνη αποτελεί μία φυσιολογική κατάσταση και είναι καλά ανεκτή σε γυναίκες με ήπιας και μέτριας βαρύτητας καρδιοπάθειες. Ως εκ τούτου, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, πρέπει να ενθαρρύνεται η εγκυμοσύνη, καθώς και η συνέχιση αυτής, χωρίς να δημιουργείται άγχος και ανασφάλεια στη γυναίκα και στο περιβάλλον της.


Απαραίτητη προϋπόθεση για μία ασφαλή εγκυμοσύνη αποτελεί ο έλεγχος των γυναικών που έχουν καρδιολογικό ιστορικό, πριν την εγκυμοσύνη, κατά τη διάρκεια αυτής, καθώς και μετά τον τοκετό. Ο λόγος είναι οι αιμοδυναμικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα σε όλη αυτήν την περίοδο, και συνίστανται σε αύξηση της παροχής αίματος από την καρδιά, αύξηση των καρδιακών παλμών, πιθανή αύξηση της αρτηριακής πίεσης, διαταραχή στον πηκτικό μηχανισμό, κ.α. Οι μεταβολές αυτές αποτελούν φυσιολογικά φαινόμενα στην εγκυμοσύνη, αλλά απαιτείται προσοχή όταν η εγκυμονούσα γυναίκα έχει κάποια συγγενή ή επίκτητη καρδιοπάθεια. Από τις καρδιοπάθειες που χρήζουν προσοχής είναι οι συγγενείς καρδιοπάθειες, ορισμένες επίκτητες βαλβιδοπάθειες, η διατατική μυοκαρδιοπάθεια, η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς και η μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας.
Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί μέριμνα σε περιπτώσεις αρτηριακής υπέρτασης- προϋπάρχουσας ή επίκτητης- όπως αναφέρεται παρακάτω, καθώς και σε περιπτώσεις μεγαλυτέρων σε ηλικία γυναικών με σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιπιδαιμία και κάπνισμα όπου, αν και σπάνια, αυξάνει ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου.
Στις κυήσεις υψηλού κινδύνου εντάσσονται ορισμένες από τις συγγενείς καρδιοπάθειες-χειρουργημένες ή μη- όπου η γυναίκα πρέπει να ενημερωθεί πριν την εγκυμοσύνη για τον αυξημένο κίνδυνο τόσο για την ίδια όσο και για το έμβρυο. Σε πολλές περιπτώσεις συστήνεται η επεμβατική διόρθωση της καρδιακής νόσου, ώστε να εξελιχθεί η εγκυμοσύνη με ασφάλεια, και σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει σύσταση για αποφυγή της. Στις επίκτητες καρδιοπάθειες ξεχωρίζουν ορισμένες βαλβιδοπάθειες, όπου απαιτείται εκτίμησή τους και πιθανώς διόρθωσή τους πριν την έναρξη εγκυμοσύνης.
Άλλη νοσολογική οντότητα που μπορεί να απασχολήσει τον καρδιολόγο είναι η καρδιακή ανεπάρκεια σε προχωρημένο στάδιο, όπου η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία και το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας έχουν ταξινομήσει το μητρικό και τον εμβρυικό κίνδυνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης βάσει του τύπου της βαλβιδοπάθειας και της λειτουργικής κατάταξης της καρδιακής ανεπάρκειας.
Επίσης, αξίζει να αναφερθεί και η ομάδα των γυναικών που έχουν χειρουργηθεί για βαλβιδοπάθεια και φέρουν προσθετική βαλβίδα για την οποία λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα. Στις γυναίκες αυτές πρέπει να γίνεται ενημέρωση για τους κινδύνους της αντιπηκτικής αγωγής, είτε αυτή θα είναι τα κουμαρινικά αντιπηκτικά που ήδη λαμβάνει, είτε άλλη αντιπηκτική αγωγή που θα υποκαταστήσει την προ της εγκυμοσύνης αγωγή.
Τέλος, μία ακόμη συχνή πάθηση που θα πρέπει να αξιολογηθεί πριν την εγκυμοσύνη, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής, είναι η αρτηριακή υπέρταση.
Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής εγκυμοσύνης η συστολική αρτηριακή πίεση μεταβάλλεται λίγο. Η διαστολική αρτηριακή πίεση ελαττώνεται λίγο στα πρώιμα στάδια για να επανέλθει στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα στο τρίτο τρίμηνο.
Η πίεση μπορεί να είναι είτε προϋπάρχουσα, δηλαδή να γνωρίζει η γυναίκα την ύπαρξή της, και ίσως να λαμβάνει και φάρμακα για τη ρύθμισή της, είτε να σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, δηλαδή εμφανίζεται μετά την 20η εβδομάδα της κύησης. Στη δεύτερη περίπτωση διακρίνουμε την παροδική υπέρταση, που συνήθως εξαφανίζεται μετά τον τοκετό, και την προεκλαμψία.
Στην περίπτωση της προϋπάρχουσας υπέρτασης χρειάζεται επανεκτίμηση της σοβαρότητάς της, αποκλεισμός δευτεροπαθούς υπέρτασης και προσδιορισμός πιθανών βλαβών σε όργανα στόχους (καρδιά, νεφροί, οφθαλμοί, κ.α.). Συστήνεται εκτός από την τακτική παρακολούθηση της πίεσης και τον εργαστηριακό έλεγχο, η διακοπή του καπνίσματος και του αλκοόλ καθώς και η τροποποίηση των συνθηκών ζωής, με ιδιαίτερη προσοχή στην μείωση της πρόσληψης άλατος.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για προϋπάρχουσα υπέρταση συστήνεται η διακοπή σκευασμάτων που μπορεί να βλάψουν το έμβρυο και να αντικατασταθούν με φάρμακα ασφαλή για την εγκυμοσύνη.
Στην περίπτωση της παροδικής αρτηριακής υπέρτασης οι τιμές της πίεσης επιστρέφουν στο φυσιολογικό λίγο μετά τον τοκετό και η έκβαση της εγκυμοσύνης είναι συνήθως ευνοϊκή.
Στην προεκλαμψία, η πρώιμη διάγνωση σε συνδυασμό με την άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση έχει καθοριστική σημασία.
Η αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης καθώς και όλων των καρδιοπαθειών κατά την εγκυμοσύνη έχει πάντα δύο στόχους, που είναι η επιβίωση της μητέρας και η γέννηση υγιούς παιδιού.

Ως στυτική δυσλειτουργία ορίζεται η αδυναμία επίτευξης ή ακόμη και διατήρησης ικανοποιητικής στύσης κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Αναφέρεται, μάλλον υπερβολικά, ότι στυτική δυσλειτουργία εμφανίζεται σε έναν στους δύο άνδρες ηλικίας άνω των 40 ετών.


Αν και μερικοί άνδρες αποδέχονται, εσφαλμένα ίσως, το πρόβλημα ως φυσική συνέπεια της προχωρημένης ηλικίας τους, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τη στυτική δυσλειτουργία ως σοβαρή ανωμαλία, αφού νιώθουν να μειώνεται ο ανδρισμός τους και να υποβαθμίζεται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή τους. Μόνο μικρό ποσοστό (περίπου 10%) των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία ζητούν ιατρική βοήθεια. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι να παραμένουν αβοήθητοι και να μην λαμβάνουν την απαραίτητη ιατρική συμβουλή και θεραπεία. Πολλές φορές μάλιστα είναι η σύντροφος αυτή που παρακινεί τον άνδρα να επισκεφτεί το γιατρό.
Τα αίτια στυτικής δυσλειτουργίας είναι οργανικά (αγγειακά, νευρολογικά, ορμονικά, φαρμακευτικά) και ψυχογενή, καθώς και συνδυασμός τους. Αναφέρεται ότι η στυτική δυσλειτουργία σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε οργανικά αίτια και η αγγειακή νόσος αποτελεί την κύρια αιτία. Στην στυτική δυσλειτουργία αγγειακής αιτιολογίας κεντρική θέση κατέχει η αρτηριοσκλήρυνση.
Όσον αφορά την οργανική στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες άνω των 40 ετών, αυτή σχετίζεται με αρκετούς από τους παράγοντες κινδύνου για αθηρωμάτωση, όπως είναι η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία και το κάπνισμα.
Το κάπνισμα ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες κινδύνου σχεδόν διπλασιάζει την πιθανότητα εκδήλωσης μετρίου ή σοβαρού βαθμού στυτικής δυσλειτουργίας. Παρατηρείται επίσης μία δοσοεξαρτώμενη συσχέτιση ανάμεσα στη βαρύτητα του καπνίσματος και την εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας.
Η υπέρταση είναι ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση του προβλήματος και οι ασθενείς με υπέρταση παρουσιάζουν σοβαρότερου βαθμού στυτική δυσλειτουργία σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Το ερώτημα που πολλές φορές προκύπτει είναι αν η στυτική δυσλειτουργία στους υπερτασικούς ασθενείς οφείλεται στην αντιυπερτασική αγωγή ή στην υπέρταση καθ’ αυτή.  Όσον αφορά την αντιυπερτασική αγωγή έχει βρεθεί ότι ορισμένα φάρμακα έχουν δυσμενή επίδραση στη στυτική λειτουργία. Μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης του προβλήματος όμως, παρουσιάζεται σε ασθενείς οι οποίοι γνώριζαν ότι μία από τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι η πιθανή εκδήλωση διαταραχών στη στύση.
Ο διαβήτης είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας κινδύνου για στυτική δυσλειτουργία. Η εκδήλωση στυτικής δυσλειτουργίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είναι δείκτης σιωπηρής ισχαιμίας του μυοκαρδίου (δηλαδή ελαττωμένη αιμάτωση της καρδιάς χωρίς ο ασθενής να αναφέρει πόνο). Η στυτική δυσλειτουργία στους διαβητικούς ασθενείς ίσως να είναι αποτέλεσμα μίας εξελισσόμενης γενικευμένης αθηρωματικής νόσου σε συνδυασμό με δομικές μεταβολές στα σηραγγώδη σωμάτια του πέους και νευροπάθεια.
Η δυσλιπιδαιμία είναι αρκετά συχνή σε άτομα με στυτική δυσλειτουργία. Οι τιμές των επιπέδων της HDL και του κλάσματος των τριγλυκεριδίων προς την HDL σχετίζονται με την βαρύτητα της διαταραχής στη λειτουργία της στύσης.
Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η σεξουαλική επαφή αποτελεί μία μετρίου βαθμού καταπόνηση για την καρδιά. Ο κίνδυνος θανάτου κατά την σεξουαλική επαφή είναι πολύ μικρός (0,6% των περιπτώσεων αιφνιδίου θανάτου) και αποτελεί την πιθανότερη αιτία εμφράγματος σε 0,9% των περιπτώσεων. Η δοκιμασία κόπωσης αποτελεί μία πολύ σημαντική εξέταση ανίχνευσης ασθενών με στυτική δυσλειτουργία που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου αργότερα. Η σεξουαλική επαφή ισοδυναμεί με 3-4 λεπτά του τυποποιημένου πρωτοκόλλου δοκιμασίας κόπωσης. Οι ασθενείς που δεν είναι σε θέση να ξεπεράσουν τα τέσσερα λεπτά πιθανό να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στην σεξουαλική δραστηριότητα με ασφάλεια.
Καθώς αρκετοί από τους παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί για τη στυτική δυσλειτουργία και τη γενικευμένη αγγειακή νόσο, η στυτική δυσλειτουργία ίσως να αποτελεί σε ασυμπτωματικούς ασθενείς δείκτη υποκλινικής αγγειοπάθειας, κυρίως ισχαιμίας των στεφανιαίων αρτηριών. Η παθοφυσιολογική συσχέτιση ανάμεσα στην στυτική δυσλειτουργία και την αγγειακή νόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στο γεγονός ότι στους ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα προσβάλλονται πρώτα οι μικρότερες αρτηρίες του πέους και στη συνέχεια οι μεγαλύτερες σε μέγεθος αρτηρίες. Η στυτική δυσλειτουργία είναι πρώιμος δείκτης αλλά και προγνωστικός παράγοντας για καρδιαγγειακά συμβάματα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η συχνότητα της υποκλινικής στεφανιαίας νόσου στους ασθενείς αυτούς είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό.
Η εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας καθιστά λοιπόν αναγκαία την καρδιολογική προσέγγιση του ασθενούς που θα βασιστεί αρχικά στο ιστορικό και την κλινική εξέταση με σκοπό την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ασθενείς χαμηλού κινδύνου μπορούν να έχουν με κατάλληλη παρέμβαση μια ασφαλή σεξουαλική ζωή. Αντίθετα στους ασθενείς αυξημένου κινδύνου κάθε σεξουαλική δραστηριότητα θα πρέπει να γίνεται μόνο εφόσον προηγηθεί η αποτελεσματική αντιμετώπιση ή σταθεροποίηση της καρδιαγγειακής νόσου. Για τους ασθενείς ενδιάμεσου κινδύνου θα πρέπει να ακολουθείται μία ιδιαίτερα προσεκτική αντιμετώπιση.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο ασθενής που προσέρχεται στο ιατρείο με πρόσφατης έναρξης προβλήματα στην λειτουργία της στύσης δεν έχει κλινικά έκδηλη στεφανιαία νόσο. Για τους ασθενείς αυτούς ο έλεγχος για την ανάδειξη υποκλινικής στεφανιαίας νόσου και την εκτίμηση του κινδύνου για μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάματα κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός. Για τους ασθενείς χαμηλού κινδύνου απαιτείται αλλαγή του τρόπου ζωής και καλύτερη ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο πέραν της αντιμετώπισης των παραγόντων κινδύνου χρειάζεται να υποβληθούν σε ενδελεχή έλεγχο προκειμένου να αποκαλυφθεί η παρουσία πιθανής στεφανιαίας νόσου.
Σημαντικό ρόλο για την επίτευξη και διατήρηση ικανοποιητικής στύσης κατέχουν:

  •  η αλλαγή του τρόπου ζωής με οδηγίες για μείωση του σωματικού βάρους, διακοπή του καπνίσματος και άσκηση
  •   η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης) 
  •  αν χρειασθεί η χορήγηση φαρμάκων.

Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης 5 (Spedra, Viagra, Levitra, Cialis) θεωρούνται αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα εφόσον οι ασθενείς έχουν εκτιμηθεί σωστά όσον αφορά την επάρκεια του καρδιαγγειακού συστήματος για τη σεξουαλική πράξη. Τα φάρμακα είναι ασφαλή και στους ασθενείς με στεφανιαία νόσο, χωρίς να αυξάνουν περαιτέρω τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αποφεύγεται η συγχορήγηση με νιτρώδη.
Στο αντίποδα όμως θα πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες, έχουν φυσιολογικές διακυμάνσεις στην ερωτική τους διάθεση και απόδοση σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους. Εάν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει ερωτικά πρόβλημα συνήθως φταίει η σχέση του και η καθημερινή ζωή του. Κύριο ρόλο κατέχει το άγχος που δημιουργούν οι ρυθμοί της σημερινής ζωής, οι αλλαγές των ρόλων στο ζευγάρι, οι καταναλωτικές «ανάγκες» και τα οικονομικά προβλήματα. Το λεπτομερές και σωστά στοχευόμενο ιατρικό ιστορικό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την διάκριση των διαφόρων μορφών στυτικής δυσλειτουργίας. Όταν χαρακτηρίζουμε με τόση ευκολία κάποιον με πρόβλημα στύσης μελλοντικό καρδιοπαθή και του δίνουμε φάρμακα συνήθως καταστρέφουμε την ερωτική του ζωή, τον γεμίζουμε με φόβο και ανασφάλεια ή τον κάνουμε πραγματικά ανίκανο. Επίσης νέοι και μεσήλικες άντρες που κάνουν, από κακή πληροφόρηση, ανασφάλεια, ή και για «ψυχαγωγικούς» λόγους, χρήση τέτοιων φαρμάκων αποκτούν σοβαρή ψυχολογική εξάρτηση από αυτά. Βέβαια οι ίδιοι παράγοντες που προκαλούν στεφανιαία νόσο είναι ικανοί να προκαλέσουν τελικά και όχι απαραίτητα προκαταβολικά και στυτική δυσλειτουργία οργανικής αιτιολογίας. Άλλωστε, στην καθημερινή κλινική μας πράξη αυτό που συνήθως απασχολεί τους ασθενείς μετά από ένα έμφραγμα είναι πότε επιτρέπεται να ξαναρχίσουν την ερωτική τους ζωή και όχι αν είναι «ικανοί».
Συνδυασμός παραγόντων λοιπόν, όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπέρταση μπορούν να επηρεάσουν και τη στυτική λειτουργία. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα φάρμακα της στυτικής δυσλειτουργίας μπορεί να έχουν θέση μαζί όμως με αλλαγή του τρόπου ζωής. Η διακοπή του καπνίσματος και η άσκηση, ακόμη και το απλό περπάτημα, αποτελούν τα ισχυρότερα όπλα και για τη στυτική δυσλειτουργία. Ας μην λησμονούμε όμως ότι η καλή ερωτική ζωή των ανθρώπων εξαρτάται από πολύ λεπτές ψυχικές, διαπροσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες.

Πολλές φορές οι εξεταζόμενοι αναφέρουν στον καρδιολόγο ότι σε νεαρή ηλικία είχαν κάποιο φύσημα στην καρδιά, για το οποίο τους είχαν δοθεί συμβουλές για διαχρονική παρακολούθηση ή οδηγίες για προληπτική αντιβίωση, ή ακόμα και συστάσεις για αποφυγή ανταγωνιστικών αθλημάτων.


Το φύσημα στη καρδιά αποτελεί έναν πρόσθετο και ιδιαίτερο ήχο που εντοπίζει ο γιατρός κατά την ακρόαση της καρδιάς του εξεταζόμενου. Δηλαδή, με άλλα λόγια, το φύσημα είναι ένα εύρημα που προκύπτει από τη φυσική εξέταση. Όταν ο γιατρός εξετάζει με το στηθοσκόπιο την καρδιά, ακούει τους ήχους που αυτή παράγει. Σε όλα τα φυσιολογικά άτομα υπάρχουν δύο διακριτοί ήχοι που παράγονται από το κλείσιμο των καρδιακών βαλβίδων με κάθε καρδιακό χτύπο. Το φύσημα είναι ένας επιπλέον ήχος που δημιουργείται από τη ροή του αίματος καθώς αυτό διέρχεται από τις καρδιακές βαλβίδες ή από τυχόν υπάρχουσες παθολογικές επικοινωνίες. Οπότε μπορεί να είναι απλώς ο ήχος της φυσιολογικής ροής του αίματος καθώς αυτό κυκλοφορεί μέσα στη φυσιολογική καρδιά ή να αποτελεί εκδήλωση κάποιου καρδιακού προβλήματος. Το φύσημα στην καρδιά λοιπόν δεν είναι από μόνο του μια καρδιοπάθεια και μάλιστα τα περισσότερα παιδιά με φύσημα δεν έχουν καρδιοπάθεια. Στα αίτια των φυσιμάτων στη καρδιά μπορούν να αναφερθούν η αναιμία, ο πυρετός, οι επίκτητες ή συγγενείς παθήσεις των καρδιακών βαλβίδων, οι παθολογικές επικοινωνίες μεταξύ των καρδιακών κοιλοτήτων κ.α.
Ανάλογα με την αιτία τους τα φυσήματα στη καρδιά χωρίζονται σε λειτουργικά καρδιακά φυσήματα, τα οποία αφορούν παιδιά, και σε παθολογικά καρδιακά φυσήματα. Στα λειτουργικά ή «αθώα» φυσήματα, η καρδιά είναι φυσιολογική. Στα παθολογικά φυσήματα, υπάρχει κάποιο ελάττωμα στην κατασκευή της καρδιάς είτε κατά την φάση της δημιουργίας της στην κύηση είτε αργότερα από κάποια επίκτητη νόσο, με αποτέλεσμα την ύπαρξη στενώσεων ή ανεπαρκειών στις βαλβίδες, επικοινωνιών μεταξύ καρδιακών κοιλοτήτων κ.α. Παιδιά με παθολογικά φυσήματα στην καρδιά μπορεί να παρουσιάζουν και άλλες εκδηλώσεις που να υποδηλώνουν πιθανό καρδιακό πρόβλημα. Αυτό πάντως που θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τους γονείς είναι ότι το φύσημα στην καρδιά δεν δηλώνει πάντοτε καρδιοπάθεια.

Τα θετικά αποτελέσματα της άσκησης στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων έχουν επιβεβαιωθεί σε μεγάλες σειρές μελετών. Η αερόβια άσκηση, όπως και οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης, είναι εξαιρετικά επωφελείς για την φυσική κατάσταση και κατ’ επέκταση για την υγεία. Υπάρχουν σημαντικές μελέτες που καταδεικνύουν τη σχέση μεταξύ οφέλους και ποσότητας της άσκησης αναφορικά με τις καρδιαγγειακές νόσους. Η άσκηση έχει επίσης ευνοϊκή επίδραση και σε άλλες παραμέτρους, όπως στην αρτηριακή πίεση, στον σακχαρώδη διαβήτη και στα επίπεδα χοληστερόλης. Συγκεκριμένα, μπορεί να μειώσει τόσο την συστολική όσο και την διαστολική πίεση, να ελαττώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη αλλά και να βοηθήσει στην καλύτερη ρύθμισή του, και τέλος να μειώσει τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, της LDL (κακή) χοληστερόλης και να αυξήσει την HDL (καλή) χοληστερόλη.


Τον Αύγουστο του 2007 δημοσιεύθηκαν αναθεωρημένες οδηγίες σχετικά με την άσκηση στους ενήλικες (18 έως 65 ετών) όπου επισημαίνεται ότι η τακτική άσκηση είναι εξαιρετικά ωφέλιμη για την υγεία καθώς μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων ασθενειών και πρώιμου θανάτου. Στις οδηγίες αυτές αναφέρεται ότι για την διατήρηση της υγείας οι υγιείς ενήλικες χρειάζονται αερόβια γυμναστική μέτριας έντασης για 30 λεπτά πέντε τουλάχιστο φορές εβδομαδιαίως ή μεγάλης έντασης για τουλάχιστο 20 λεπτά τρείς φορές εβδομαδιαίως. Αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί να προτιμηθεί συνδυασμός αερόβιας άσκησης μέτριας και μεγάλης έντασης. Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι ως μέτριας έντασης αερόβια άσκηση θεωρείται αυτή που προκαλεί αισθητή αύξηση της καρδιακής συχνότητας όπως η γρήγορη βάδιση με ταχύτητα 5-6,5 χιλ/ώρα, ενώ μεγάλης έντασης όταν η ταχύτητα βάδισης αυξάνει σε 7-11 χιλ/ώρα. Εναλλακτικά ως αερόβια άσκηση μπορεί είναι η κολύμβηση, η ποδηλασία και τα ομαδικά ανταγωνιστικά αθλήματα (καλαθοσφαίριση, ποδόσφαιρο, τένις, κ.α.).
Εκτός από την αερόβια άσκηση στις οδηγίες που έχουν δημοσιευθεί αναφέρονται και οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης τουλάχιστο δύο φορές εβδομαδιαίως. Συστήνεται να εκτελούνται 8 έως 10 ασκήσεις για τις μεγάλες μυϊκές ομάδες με 8-12 επαναλήψεις για κάθε μυϊκή ομάδα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπέρβαση της ελάχιστης συνιστώμενης ποσότητας αερόβιας άσκησης ή ασκήσεων μυϊκής ενδυνάμωσης παρέχει επιπλέον όφελος, τόσο στην φυσική κατάσταση, όσο και στην γενικότερη υγεία του ασκούμενου.
‘Όσον αφορά στην απώλεια ή και στη διατήρηση του σωματικού βάρους, εκείνοι οι οποίοι ασκούνται για 45 έως 60 λεπτά τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας με μέτρια προς υψηλή ένταση αποφεύγουν την αύξηση του βάρους τους, παράλληλα βέβαια με προσαρμογή των διαιτητικών συνηθειών.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι πριν από την έναρξη προγραμμάτων άσκησης οι άνδρες ηλικίας πάνω από 45 ετών, οι γυναίκες πάνω από 55, τα άτομα με περισσότερους από 2 παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, καθώς και άτομα ύποπτα για στεφανιαία νόσο πρέπει να υποβάλλονται σε καρδιολογικό έλεγχο.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί μια σημαντική αύξηση των δρομέων σε αγώνες μεγάλων αποστάσεων, όπως ο μαραθώνιος και ο ημιμαραθώνιος. Το μεγαλύτερο ποσοστό των δρομέων είναι ερασιτέχνες δρομείς, κυρίως μέσης ηλικίας, και μόνο ένα μικρό ποσοστό είναι επαγγελματίες αθλητές 18-35 ετών. Ανάλογη είναι η εικόνα και σε άλλα αθλήματα όπως η κολύμβηση, η ποδηλασία και το τρίαθλο.

Οι επαγγελματίες αυτοί αθλητές που αθλούνται σε υψηλό επίπεδο από νεαρή ηλικία βρίσκονται υπό ιατρική και προπονητική παρακολούθηση. Το τι συμβαίνει όμως με την πλειοψηφία των αθλητών αντοχής μέσης ηλικίας, που συνήθως λαμβάνουν πλημμελή καθοδήγηση από ειδικούς, φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα. Πολλοί από τους δρομείς αυτούς ξεπερνούν τα όρια της άθλησης αναψυχής και λαμβάνουν μέρος σε αρκετούς αγώνες ετησίως και μάλιστα σημειώνουν εξαιρετικούς χρόνους στους αγώνες που συμμετέχουν. Ποιες είναι λοιπόν οι επιδράσεις της άσκησης αντοχής στην καρδιά, ποιο είναι το επιθυμητό επίπεδο άθλησης, ποιά μπορεί να είναι τα οφέλη και οι πιθανοί κίνδυνοι, και ποιοι πρέπει να υποβάλλονται σε προαθλητικό έλεγχο είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που θα απαντηθούν παρακάτω.

ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Η έντονη και μακράς διάρκειας άθληση ή άθληση αντοχής, προκαλεί αύξηση των απαιτήσεων οξυγόνου από τους σκελετικούς μύες. Για την κάλυψη των απαιτήσεων αυτών αυξάνεται ο πνευμονικός αερισμός, η καρδιακή συχνότητα και η αρτηριακή πίεση, ώστε να αυξηθεί η καρδιακή αντοχή. Στους αθλητές, και κυρίως σε αυτούς με υψηλές αποδόσεις, οι προσαρμογές αυτές μπορεί να οδηγήσουν στην λεγόμενη αθλητική καρδιά, η οποία χαρακτηρίζεται από ήπια αύξηση των καρδιακών διαστάσεων και της καρδιακής μάζας, καθώς και από ελάττωση της καρδιακής συχνότητας ηρεμίας. Το κατά πόσον οι μεταβολές αυτές που γίνονται σε νέους αθλητές υψηλών επιδόσεων εμφανίζονται και στους δρομείς μέσης ηλικίας είναι προς συζήτηση.
Μεταβολές όμως δεν συμβαίνουν μόνο σε επίπεδο καρδιακών τοιχωμάτων και διαστάσεων. Στην Essen Marathon Study οι ερευνητές συνέλεξαν δεδομένα από 108 μαραθωνοδρόμους μεγαλύτερους των 50 ετών που είχαν ολοκληρώσει τουλάχιστον 5 μαραθωνίους τα 3 τελευταία έτη. Μετρήθηκε η ποσότητα (score) ασβεστίου στα στεφανιαία αγγεία, η οποία αποτελεί δείκτη αθηρωμάτωσης, και βρέθηκε υψηλή. Παράλληλα, στη μελέτη αυτή, οι δρομείς υποβληθήκανε σε μαγνητική τομογραφία καρδιάς όπου σε ένα μικρό ποσοστό διαπιστώθηκε η ύπαρξη ουλών στα τοιχώματα της καρδιάς, ειδικά στους δρομείς εκείνους που είχαν υψηλό score ασβεστίου και περισσότερους μαραθώνιους αγώνες. Οι βλάβες αυτές ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης σε επίπεδο αιμάτωσης παρά λόγω ρήξης αθηρωματικής πλάκας. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο αριθμός των εβδομαδιαίων χιλιομέτρων σε επίπεδο προπόνησης δεν είχε σχέση με το score ασβεστίου, αλλά μόνο οι μαραθώνιοι, πιθανόν λόγω του εντονότατου stress που υποβάλλεται η καρδιά. Ο λόγος που πιθανώς συμβαίνει αυτό σε κάποια άτομα είναι ότι ίσως στο παρελθόν είχαν παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, π.χ. παλιοί καπνιστές, παχύσαρκοι, υπερλιπιδαιμικοί χωρίς αγωγή, ή άτομα με γενετική προδιάθεση, με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο επιρρεπείς στην ανάπτυξη βλάβης υπό συνθήκες έντονης φόρτισης.
Σε μία άλλη μελέτη με δεδομένα από τον Μαραθώνιο του Κεμπέκ, με μικρότερο αριθμό δρομέων μικρής και μέσης ηλικίας, έγιναν μετρήσεις αίματος για συγκεκριμένους βιοχημικούς δείκτες μυοκαρδιακής βλάβης, δοκιμασία κόπωσης με μέτρηση VO2max, καθώς και μαγνητική τομογραφία καρδιάς σε 4 χρονικές στιγμές: πριν τον μαραθώνιο, άμεσα μετά (μόνο αιμοληψία), 48 ώρες μετά τον αγώνα και 3 μήνες μετά. Στις 48 ώρες μετά τον μαραθώνιο διαπιστώθηκε οίδημα στην καρδιά, ελάττωση της αιμάτωσής της και μείωση της λειτουργικότητάς της, ευρήματα που υποστράφηκαν πλήρως 3 μήνες μετά. Στην μελέτη φάνηκε επίσης ότι όσο κάλυτερα προπονημένοι ήταν οι δρομείς και όσο καλύτερα ενυδατωμένοι ήταν, τόσο μικρότερη ήταν η καρδιακή βλάβη. Να τονισθεί εδώ ότι στους δρόμους αντοχής η καρδιά καταπονείται αρκετά, πόσο μάλλον σε ύπαρξη αφυδάτωσης, όπου θα πρέπει να εργάζεται ακόμη πιο σκληρά για να εξωθήσει τον ελαττωμένο όγκο αίματος στο σώμα. Η όλη διαδικασία είναι αρκετά επίπονη για μία υγιή καρδιά, πόσο μάλλον όταν συνυπάρχει καρδιολογικό πρόβλημα.
Η τεράστια σημασία της προπόνησης αναδείχθηκε και σε μία ακόμη μελέτη με 60 δρομείς (non elite) μετά τους μαραθώνιους δρόμους της Βοστώνης το 2004 και το 2005, όπου έγιναν βιοχημικές και υπερηχοκαρδιογραφικές μετρήσεις πριν και μετά τους αγώνες. Στη μελέτη αυτή φάνηκε ότι οι λιγότερο προπονημένοι δρομείς είχαν τις χειρότερες μετρήσεις, δηλαδή τις μεγαλύτερες παροδικές καρδιακές βλάβες.
Εκτός από το αυξημένο score ασβεστίου που εμφανίζεται στις στεφανιαίες αρτηρίες, η άσκηση αντοχής προκαλεί και παροδική υπερπηκτικότητα, ιδιαίτερα στα απροπόνητα άτομα, εύρημα το οποίο δεν εμφανίζεται στους τακτικά προπονημένους δρομείς. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί και η προαρρυθμική δράση της άσκησης αντοχής, δηλαδή η πυροδότηση αρρυθμιών, και ειδικότερα στην υποομάδα των δρομέων μέσης ηλικίας η εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής. Η πιθανή εξήγηση που δίνεται είναι ότι υπεύθυνες είναι, μεταξύ άλλων, οι διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, των υγρών και των ηλεκρολυτών, ίνωση στο μυοκάρδιο, δομικές μεταβολές της καρδιάς, χρόνια συστηματική φλεγμονή, και ίσως απαγορευμένες ουσίες. Εκτός από την κολπική μαρμαρυγή ενίοτε παρουσιάζεται εκτακτοσυστολική κολπική ή κοιλιακή αρρυθμία καθώς και κοιλιακή ταχυκαρδία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπή, αλλα μόνο όταν υπάρχει υποκείμενη καρδιακή νόσος.

ΟΦΕΛΗ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ

Σε πάνω από 40 επιδημιολογικές μελέτες έχει βρεθεί ότι η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, καθώς και η καθιστική ζωή, αποτελούν μείζονες παράγοντες καρδιαγγειακής νόσου. Τα οφέλη της άσκησης έχουν βεβαιωθεί σε πάρα πολλές μελέτες, τόσο σε επίπεδο πρωτογενούς όσο και δευτερογενούς πρόληψης. Η μέτρια άσκηση (15 λεπτά ημερησίως) προλαμβάνει την εμφάνιση αρκετών νόσων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος κ.α., ενώ παράλληλα αυξάνει την επιβίωση. Δεν είναι όμως εύκολο να προσδιοριστεί ποσοτικά το ανώτερο επιτρεπτό όριο άσκησης αντοχής.
Οι κίνδυνοι από την άσκηση αντοχής, όπως η καρδιακή ανακοπή ή ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος, αφορούν συνήθως άτομα που αρχίζουν απότομα την άσκηση αντοχής χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε τέτοιου είδους δραστηριότητα ή έπειτα από μακρά περίοδο αποχής. Ειδικά όταν η έναρξη της άθλησης γίνεται χωρίς προαθλητικό έλεγχο και χωρίς καθοδήγηση από ειδικό, η πιθανότητα καρδιακών επεισοδίων, πάντα με συνύπαρξη υποκείμενης καρδιακής νόσου, αυξάνεται. Να σημειωθεί ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επεισοδίων αυξάνεται με την αύξηση της άσκησης αντοχής.

https://www.dimitrisstergiou.gr/images/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82_%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF.JPG

ΑΦΝΙΔΙΟΣ ΚΑΡΔΙΑΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος ορίζεται ως ο μη τραυματικός, μη βίαιος, απρόσμενος θάνατος από καρδιακά αίτια μέσα σε μία ώρα από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Τα κύρια αίτια είναι:

  1. η αθηρωμάτωση των στεφανιαίων αγγείων (στεφανιαία νόσος)
  2. ορισμένες συγγενείς και κάποιες επίκτητες καρδιοπάθειες, κληρονομούμενες ή μη
  3. η εγκεφαλοπάθεια από υπονατριαιμία, και
  4. η θερμοπληξία σε συνδυασμό με αφυδάτωση.
https://www.dimitrisstergiou.gr/images/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82_%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF_2.JPG

Η συνηθέστερη αίτια θανάτου σε δρομείς μεγαλύτερους των 35 ετών είναι η στεφανιαία νόσος. Αν και συνήθως συμβαίνει μετά το 31ο χιλιόμετρο του μαραθωνίου αγώνα μπορεί να παρουσιαστεί και σε ημιμαραθώνιους. Είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού της μακράς και έντονης φυσικής καταπόνησης με δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως η υψηλή θερμοκρασία και η υγρασία, και υποκείμενη καρδιοπάθεια.
Σε δρομείς μικρότερους των 35 ετών οι συχνότερες αιτίες αιφνίδιου καρδιακού θανάτου είναι ορισμένες συγγενείς καρδιοπάθειες που δεν είχαν προηγούμενα διαγνωσθεί, καποια κληρονομούμενα νοσήματα που εκφράζονται στην ενήλικη συνήθως ζωή, όπως η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς και άλλα νοσήματα που παρουσιάζονται αργότερα στη ζωή, όπως η μυοκαρδίτιδα και η διατατική μυοκαρδιοπάθεια. Οι συχνότερες συγγενείς και επίκτητες καρδιοπάθειες από τις προαναφερθείσες είναι: οι ανώμαλες εκφύσεις των στεφανιαίων αρτηριών, ορισμένες βαλβιδοπάθειες, κάποια αρρυθμιολογικά σύνδρομα, μυοκαρδιοπάθειες, η μυοκαρδίτιδα και το σύνδρομο Marfan.
Η εγκεφαλοπάθεια από υπονατριαιμία, ή δηλητηρίαση από νερό, οφείλεται στην πτώση των επιπέδων νατρίου στον οργανισμό λόγω της υπερβολικής ενυδάτωσης, η οποία όμως δεν ακολουθείται από πρόσληψη νατρίου. Κατά τη διάρκεια ενός δρόμου αντοχής, η εφίδρωση λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης της θερμοκρασίας του σώματος. Στα πλαίσια της εφίδρωσης χάνεται το νάτριο. Οι δρομείς που πίνουν μεγάλες ποσότητες νερού, που βέβαια δεν περιέχει νάτριο, οδηγούνται σε αραίωση του νατρίου στον οργανισμό, κατάσταση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε οίδημα των εγκεφαλικών κυττάρων και σε εγκεφαλοπάθεια από υπονατριαιμία, κώμα και θάνατο.
Η αυξημένη θερμοκρασία περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την έλλειψη νερού μπορεί να οδηγήσει σε απορρύθμιση του μηχανισμού θερμορύθμισης του οργανισμού, με αποτέλεσμα την εξάντληση, τη θερμοπληξία, το κώμα και το θάνατο.
Βέβαια πρέπει να τονισθεί ότι ο κίνδυνος μοιραίων επεισοδίων σε μαραθώνιους δρόμους είναι πολύ μικρός. Σε μελέτη με σημαντικό αριθμό δρομέων από δύο μεγάλους μαραθώνιους (Washington και Minneapolis) για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, το ποσοστό των αθλητών που απεβίωσαν ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Από τους 215.413 αθλητές που συμμετείχαν απεβίωσαν 4 αθλητές, εκ των οποίων οι 3 από στεφανιαία νόσο, και ο ένας από ανώμαλη έκφυση στεφανιαίας αρτηρίας.
Εδώ αξίζει να αναφερθεί η μελέτη RACER η οποία συμπεριέλαβε δρομείς από μαραθώνιους και ημιμαραθώνιους για περίπου 10 έτη. Τα ποσοστά καρδιακής ανακοπής και αφνίδιου καρδιακού θανάτου ήταν πολύ χαμηλά. Ο μέσος όρος ηλικίας των δρομέων με καρδιακή ανακοπή ήταν 41 έτη. Η καρδιακή ανακοπή με μοιραία κατάληξη ήταν συχνότερη στους μαραθώνιους παρά στους ημιμαραθώνιους, συχνότερη στους άντρες παρά στις γυναίκες, ενώ στους νεότερους αθλητές η αιτία ήταν συνήθως η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια (όπου συνήθως η καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση είναι λιγότερο επιτυχής), και στους μεγαλύτερης ηλικίας αθλητές ήταν η στεφανιαία νόσος. Αυτό που διαπιστώθηκε στους αθλητές που υπέστησαν καρδιακή ανακοπή λόγω στεφανιαίας νόσου (οι περισσότεροι εκ των οποίων διασώθηκαν) ήταν ότι αυτή οφειλόταν σε ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς αιμάτωσης και όχι σε οξεία ρήξη αθηρωματικής πλάκας.
Επίσης αυτό που φαίνεται από τη μελέτη είναι ότι οι επιζήσαντες από καρδιακή ανακοπή ήταν αυτοί που είχαν περισσότερα έτη ενασχόλησης με δρόμους αντοχής, περισσότερους ολοκληρωμένους μαραθώνιους και είχαν υποβληθεί σε προαθλητικό έλεγχο.

ΠΡΟΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Ο προαθλητικος έλεγχος, όπως έχει οριστεί από όλες τις αθλητιατρικές και καρδιολογικές οδηγίες, περιλαμβάνει το οικογενειακό και ατομικό ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις διάφορες παρακλινικές εξετάσεις στις οποίες μπορεί να υποβληθεί ο αθλητής. Οι κυριότερες είναι το ηλεκτροκαρδιογράφημα, το υπερηχογράφημα καρδιάς, η δοκιμασία κόπωσης, η 24ωρη καταγραφή του καρδιακού ρυθμού (Holter ρυθμού), η μαγνητική τομογραφία καρδιάς, ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος και η στεφανιογραφία.
Το οικογενειακό ιστορικό θεωρείται θετικό όταν αναφέρεται κάποια καρδιοπάθεια με κληρονομικό χαρακτήρα, ή αν κάποιος από τους γονείς εμφάνισε καρδιαγγειακή νόσο σε ηλικία μικρότερη από τα 55 έτη για άρρενα γονέα, ή μικρότερη απο 65 για θήλυ.
Το ατομικό ιστορικό θεωρείται ύποπτο όταν ο αθλητής αναφέρει φύσημα σε νεαρή ηλικία ή πόνο στο στήθος, δύσπνοια που γίνεται χειρότερη με την άσκηση, συγκοπικό ή προσυγκοπικό επεισόδιο, αίσθημα παλμών ή εύκολη εξάντληση μη συμβατή με το βαθμό άθλησης.
Η κλινική εξέταση πρέπει να είναι λεπτομερής και να περιλαμβάνει όλα τα συστήματα.
Το ηλεκτροκαρδιογράφημα αποτελεί μία απλή μέθοδο εξαιρετικής ευαισθησίας και ειδικότητας στην ανίχνευση ασυμπτωματικών αθλητών για τους οποίους απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση. Θεωρείται απαραίτητο από την Ιταλική σχολή, ενώ στις ΗΠΑ δεν έχει ενταχθεί στις απαιτούμενες εξετάσεις του προαθλητικού ελέγχου.
Σε μελέτη που έγινε στις ΗΠΑ με 134 αθλητές, μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, που υπέστησαν αιφνίδιο καρδιακό θάνατο, μόνο στο 3% υπήρξε υποψία βάσει του ιστορικού και της κλινικής εξέτασης και μόνο στο 1% έγινε ακριβής διάγνωση. Παράλληλα, να σημειωθεί ότι το 30% των περιστατικών αιφνίδιου καρδιακού θανάτου δεν μπορεί να προληφθεί από τον προαθλητικό έλεγχο ακόμα και όταν αυτός περιλαμβάνει ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Η δοκιμασία κόπωσης απευθύνεται σε αθλητές μετρίου και υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, δηλαδή σε άντρες μεγαλύτερους των 45 ετών και σε γυναίκες μεγαλύτερες των 55 ή σε πρόωρη εμμηνόπαυση, με 1 ή περισσότερους παράγοντες κινδύνους για καρδιαγγειακή νόσο, καθώς επίσης και σε αθλητές με ύποπτη συμπτωματολογία ή μεγαλύτερους των 65 ετών ανεξαρτήτως συμπτωματολογίας ή παραγόντων κινδύνου.
Το υπερηχογράφημα καρδιάς μπορεί να αποκαλύψει αρκετές δομικές διαταραχές, συγγενείς ή επίκτητες, αλλά θα πρέπει να διενεργείται με προσοχή αφού υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ψευδώς θετικών ή αρνητικών αποτελεσμάτων. Να σημειωθεί ότι βοηθά στη διαφορική διάγνωση ανάμεσα στην αθλητική καρδιά και στην παθολογικά υπερτροφική καρδία λόγω υπέρτασης ή υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας. Από την άλλη μεριά, η υποβολή όλων των αθλήτων ανεξαιρέτως σε υπερηχογράφημα καρδιάς δεν βρέθηκε να αυξάνει την ανίχνευση αθλητών με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια συγκριτικά με το ηλεκτροκαρδιογράφημα που μπορεί από μόνο του να ανιχνεύσει το 95% των περιπτώσεων αυτών.
Η 24ωρη καταγραφή του καρδιακού ρυθμού (Ηolter ρυθμού) αποτελεί πολύτιμο εργαλείο στην αξιολόγηση προλιποθυμικών και λιποθυμικών επεισοδίων, αίσθησης παλμών στην προκάρδιο χώρα, ή αρρυθμίας.
Τέλος, άλλες εξετάσεις που σε διαφορετικές περιπτώσεις μπορούν να βοηθήσουν είναι η μαγνητική τομογραφία καρδιάς, η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη και η στεφανιογραφία.

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

Ο προαθλητικός έλεγχος πρέπει να διενεργείται από εξειδικευμένο καρδιολόγο. Στην Ιταλία ο έλεγχος γίνεται από γιατρούς που έχουν ειδικευθεί στην αθλητιατρική και στην αθλητική καρδιολογία και απασχολούνται σε ειδικό κέντρο.
Ο προαθλητικός έλεγχος πρέπει να ξεκινά μετά τα 12-14 έτη, εκτός βέβαια αν κάτι ανησυχήσει τους γονείς ή τον θεράποντα ιατρό νωρίτερα.
Το ηλεκτροκαρδιογράφημα πρέπει να γίνεται σε όλους. Η εμπειρία στην Ιταλία έδειξε τεράστια μείωση των περιστατικών αιφνιδίου καρδιακού θανάτου.
Η δοκιμασία κόπωσης πρέπει να διενεργείται σε αθλητές μέτριου και υψηλού κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, πρέπει να αξιολογείται με προσοχή σε αθλητές χαμηλού κινδύνου, και δεν συστήνεται σε υγιείς ασυμπτωματικούς αθλητές, μικρότερους των 65 ετών, χωρίς παράγοντες κινδύνου.
Το υπερηχογράφημα καρδιάς πρέπει να γίνεται επιλεγμένα όταν υπάρχει ένδειξη από το ιστορικό, την κλινική εξέταση ή το ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Ο αθλητής πρέπει να ενημερώνεται για τη φύση και τη σημασία των πρόδρομων συμπτωμάτων ή σημείων καρδιαγγειακής νόσου (όπως η στηθάγχη, τα ισοδύναμα στηθάγχης όπως η δύσπνοια στην κόπωση, ή η διαταραχή της συνείδησης), για τον κίνδυνο καρδιακού επεισοδίου από την απότομη έναρξη έντονης αθλητικής δραστηριότητας, ειδικά αν προϋπήρχε καθιστική ζωή χωρίς άθληση, καθώς και για τη σημασία της τροποποίησης των παραγόντων κινδύνου όπου αυτοί διαπιστωθούν.
Σχετικά με δρομείς που έχουν ήδη κάποια πάθηση και επιθυμούν να συμμετέχουν σε άσκηση αντοχής ή και να λαμβάνουν μέρος σε αγώνες μέσων και μεγάλων αποστάσεων ισχύουν τα ακόλουθα. Σε περίπτωση τεκμηριωμένης στεφανιαίας νόσου, είτε υπάρχουν ενοχλήσεις είτε όχι και ανεξάρτητα αν έχει γίνει επαναγγείωση, συστήνεται αποφυγή άθλησης υψηλής έντασης. Σε περιπτώσεις αρτηριακής υπέρτασης δεν συστήνεται περιορισμός για την ήπια υπέρταση, ενώ στην μέτρια υπέρταση πρέπει ο αθλητής να περιοριστεί. Στην υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς και στις άλλες μυοκαρδιοπάθειες συστήνεται αποφυγή. Η συντριπτική πλειοψηφία των αθλητών με πρόπτωση μιτροειδούς δεν περιορίζονται, ενώ οι αθλητές με μυοκαρδίτιδα μπορούν να επιστρέψουν στην αθλητική δραστηριότητα αφού η καρδιά επανέλθει στο φυσιολογικό. Τέλος οι αθλητές με αρρυθμιολογικά σύνδρομα πρέπει να υποβάλλονται σε ενδελεχή και πλήρη ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο πριν τη συμμετοχή τους σε άθληση αντοχής.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η άσκηση αντοχής έχει τεράστια οφέλη για την υγεία και αυξάνει την επιβίωση. Προκαλεί όμως και μεγάλη καταπόνηση στην καρδιά, ενώ μακροχρόνια μπορεί να επιφέρει ανεπιθύμητες λειτουργικές και μορφολογικές μεταβολές, ειδικά στην ολοένα αυξανόμενη ομάδα των μεσήλικων ερασιτεχνών δρομέων. Οι αθλητές αντοχής πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν πιθανά μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, και τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο ημιμαραθώνιος αποτελεί μία εξαιρετική εναλλακτική λύση για τους αθλητές αντοχής που επιθυμούν να λάβουν μέρος σε αγώνα μεγάλης απόστασης.