Καρδιολόγος Δημήτρης Στεργίου

Μετεκπαιδευθείς στην Υπερηχοκαρδιογραφία στο Nebraska Medical Center,Omaha USA
και στην Αθλητική Καρδιολογία στο St. George’s Hospital, London UK

Η συζήτηση για τη σχέση της άθλησης με τον κίνδυνο λοίμωξης  – ιδιαίτερα του ανώτερου αναπνευστικού – είναι αρκετά παλιά. Γίνεται όμως εξαιρετικά επίκαιρη τους τελευταίους μήνες λόγω της πανδημίας του COVID-19. Ερωτήματα γεννιούνται σχετικά με την επίδραση της άσκησης στον κίνδυνο λοίμωξης από τον ιό καθώς και στη μετέπειτα πορεία της νόσου.

Αθλητές και λοιμώξεις

Δεκαετίες πριν, οι πρώτες μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η υπερβολική άσκησή τους, πριν ή αμέσως μετά τη μόλυνσή τους στο εργαστήριο, τα καθιστούσε ευαίσθητα στη λοίμωξη και είχε ως αποτέλεσμα την χειρότερη πορεία της. Νεότερες μελέτες που έγιναν σε elite αθλητές για να διερευνηθεί η σχέση της προπόνησης με τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ήπια και η μέτρια καταπόνηση έχουν ευεργετικά αποτελέσματα στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ η πολύ βαριά προπόνηση αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο λοίμωξης. Στους αθλητές φάνηκε μάλιστα ότι είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού πριν ή μετά την αγωνιστική περίοδο με αποτέλεσμα στην πρώτη περίπτωση να επηρεάζεται και η αθλητική τους απόδοση. Εδώ, βέβαια, έχει ενοχοποιηθεί και το αυξημένο στρες των αθλητών στην περίοδο αυτή, το οποίο επηρεάζει την άμυνα του οργανισμού. Στους αθλητές αγώνων αντοχής, όπως είναι ο μαραθώνιος ή οι υπερμαραθώνιοι δρόμοι, ο κίνδυνος λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού έπειτα από αγώνες μπορεί να αυξηθεί από 2 έως 6 φορές. Φαίνεται λοιπόν ότι η έντονη καταπόνηση, ειδικά όταν συνδυάζεται με κακή διατροφή και πτωχή αναπλήρωση θρεπτικών στοιχείων, καταστέλλει για μικρή περίοδο το ανοσοποιητικό σύστημα και μας κάνει πιο επιρρεπείς σε λοιμώξεις. Να θυμίσω εδώ ότι το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελεί σημαντικό αμυντικό μηχανισμό του οργανισμού μας απέναντι σε λοιμώξεις από μικρόβια ή ιούς. Παράγοντες όπως η προχωρημένη ηλικία, η γενετική προδιάθεση, η κακή διατροφή, η έλλειψη ύπνου, το στρες, καθώς και η απουσία άσκησης, συντελούν στην αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα να γινόμαστε πιο ευαίσθητοι στις λοιμώξεις.

ΕΙΚΟΝΑ. Σχέση άσκησης και κινδύνου λοίμωξης. Ενώ η ήπια και μέτρια άσκηση μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο λοίμωξης σε σχέση με την καθιστική ζωή, η έντονη αύξησή της δείχνει να μην έχει τα ίδια οφέλη.  

Τι συμβαίνει όμως με τον γενικό πληθυσμό;

Παρόμοιες μελέτες με αυτές που έγιναν σε αθλητές πραγματοποιήθηκαν και σε άτομα του γενικού πληθυσμού και είχαν παρόμοια αποτελέσματα. Η καλή φυσική κατάσταση καθώς και η συχνότητα της αερόβιας άθλησης σχετίζονται με λιγότερες ημέρες ασθένειας από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού και ηπιότερα συμπτώματα. Μέτρια άσκηση μέχρι 60 λεπτά, 3-4 φορές εβδομαδιαίως ενισχύει το ανοσοποιητικό μας σύστημα, ενώ και η μέτρια άσκηση πριν από ιογενή λοίμωξη συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση. 

Σε μια μεγάλη επιδημιολογική μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο παρακολουθήθηκαν 100.000 άτομα μέσης ηλικίας για περίπου 10 έτη αναφορικά με εισαγωγή τους στο νοσοκομείο λόγω λοίμωξης, κυρίως πνευμονίας. Αρχικά λήφθηκαν δεδομένα σχετικά με παράγοντες όπως η φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα, η παχυσαρκία, συνυπάρχοντα νοσήματα και διατροφικές συνήθειες. Η κατηγοριοποίηση των συμμετεχόντων στη μελέτη έγινε ανάλογα με το επίπεδο άσκησής τους (απουσία άσκησης, ανεπαρκής άσκηση και επαρκής άσκηση- δηλαδή τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα μέτρια προς έντονη δραστηριότητα). Ανάμεσα στα συμπεράσματα της μελέτης ήταν ότι ο αθλητικός τρόπος ζωής και η απουσία καπνίσματος είχαν εξαιρετικά θετική επίδραση στη θνητότητα από λοίμωξη του αναπνευστικού. 

Άσκηση και COVID-19

Σε μία πιο πρόσφατη ανάλυση της ίδιας ερευνητικής ομάδας σε 390.000 άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο ερευνήθηκε η σχέση παραγόντων όπως το επίπεδο άσκησης, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και η παχυσαρκία με λοίμωξη από COVID-19, ικανής να οδηγήσει σε νοσηλεία. Η κατηγοριοποίηση αναφορικά με το επίπεδο άθλησης ήταν όπως και στην προηγούμενη μελέτη. Το συμπέρασμα ήταν ότι το κάπνισμα, η παχυσαρκία και το επίπεδο άσκησης σχετιζόταν ισχυρά με πιθανή νοσηλεία λόγω COVID-19. Τα άτομα δηλαδή που είχαν εντάξει την άθληση στην καθημερινότητά τους, ακόμη και σε χαμηλό επίπεδο, είχαν 30-40% λιγότερες πιθανότητες να νοσήσουν βαριά, ενώ η απουσία καπνίσματος, παχυσαρκίας και καθιστικής ζωής ανέβαζαν το ποσοστό αυτό στο 50%.

Άσκηση και μάσκα

Οι οδηγίες για την χρήση μάσκας όταν είμαστε σε δημόσιους χώρους ή ανάμεσα σε ανθρώπους εκτός του οικογενειακού μας περιβάλλοντος είναι σαφείς (Centers for Disease Control and Prevention – updated  in Nov. 12, 2020). Όταν φοράμε μάσκα προστατεύουμε τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας, από σταγονίδια που εκτοξεύονται από το στόμα κατά την ομιλία, τον βήχα ή το φτάρνισμα.

Σχετικά με την άθληση στους ανοιχτούς χώρους,  που άλλωστε είναι και η μόνη διέξοδος στην περίοδο της πανδημίας και του lockdown, οι συμβουλές είναι συγκεκριμένες. Όταν τρέχουμε σε περιοχή με αρκετό κόσμο που επίσης αθλείται, όπως γύρω από ένα στάδιο ή στην παραλία της πόλης μας, είτε και σε κάποιον δρόμο που υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν απλά τη βόλτα τους, είναι σωστό να φορούμε υφασμάτινη μάσκα που να μην δυσχεραίνει την αναπνοή μας και βέβαια να μην τρέχουμε για αρκετή ώρα (περισσότερο από 90 λεπτά), χωρίς διάλειμμα, και σε υψηλή ένταση (έως 55-70% της αερόβιας ικανότητας). Επίσης όταν τρέχουμε μαζί με άλλους πρέπει να φοράμε μάσκα, να τηρούμε αποστάσεις και να μην τρέχουμε πίσω από κάποιον που δεν φοράει μάσκα, αλλά στο πλάι και σε απόσταση τουλάχιστον 1,5 μέτρου.

Στην περίπτωση βέβαια που τρέχουμε στο βουνό ή σε κάποια περιοχή χωρίς κόσμο πρέπει αν δεν φοράμε τη μάσκα, να την έχουμε μαζί μας ώστε να την φορέσουμε αν αλλάξουν οι συνθήκες άσκησης.

Συμπερασματικά…

Η προχωρημένη ηλικία, η παχυσαρκία και η απουσία φυσικής δραστηριότητας επηρεάζουν δυσμενώς το ανοσοποιητικό σύστημα. Η τακτική άσκηση ενισχύει την άμυνα του οργανισμού και μειώνει τη θνητότητα από λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Λαμβάνουμε πάντα τις προφυλάξεις που απαιτούνται φορώντας μάσκα και κρατώντας αποστάσεις.  Ίσως η πανδημία του COVID-19 να είναι ένα προειδοποιητικό καμπανάκι ώστε να δοθεί επιτέλους η απαραίτητη σημασία στα μέτρα πρόληψης αφού η θεραπεία δείχνει ορισμένες φορές να μην είναι αρκετή.

Αν έχετε πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας και σας έχουν συστήσει να διακόψετε ή να περιορίσετε την άσκηση, ίσως αξίζει να διαβάσετε παρακάτω τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στο θέμα αυτό. Από τους δύο τύπους πρόπτωσης ο τύπος της μυξωματώδους εκφύλισης της βαλβίδας είναι αυτός που θα αναφερθεί, αφού είναι αυτός που μπορεί να έχει την χειρότερη φυσική πορεία.

Σε γενικές γραμμές τα άτομα με πρόπτωση μιτροειδούς μπορούν να αθλούνται άφοβα.

Σε μία πρόσφατη ιταλική μελέτη, από τους 7449 νέους αθλητές που συμμετείχαν (20 – 40 ετών περίπου), διαγνώσθηκε πρόπτωση σε 215 (2,9%). Κάποιοι από αυτούς ήταν μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν σοβαρότερη ανεπάρκεια μιτροειδούς, κοιλιακές αρρυθμίες στο καρδιογράφημά τους και πιο αυξημένη αρτηριακή πίεση. Οι αθλητές παρακολουθήθηκαν για 10 χρόνια (Σε δεκαετή παρακολούθηση δεν υπήρξε) χωρίς να υπάρξει κανένα επεισόδιο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Έξι αθλητές χρειάστηκαν χειρουργική διόρθωση της βαλβίδας λόγω επιδείνωσης της ανεπάρκειας, ένας υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και ένας αθλητής εμφάνισε κολπική μαρμαρυγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αθλητές αυτοί ήταν άρρενες, μεγαλύτερης ηλικίας, με πιο αυξημένη αρτηριακή πίεση, καθώς και παρουσία αρρυθμίας στην αρχική εκτίμησή τους.

Φαίνεται λοιπόν ότι η πρόπτωση της μιτροειδούς στους αθλητές έχει καλοήθη πρόγνωση. Απαιτείται βέβαια εξατομικευμένη προσέγγιση, αλλά (αν έχετε) σίγουρα οι αθλητές με ήπια ανεπάρκεια μπορούν να συνεχίσουν άφοβα την άσκηση. Οι αθλητές που παρουσιάζουν  (Αν όμως έχετε) μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια της βαλβίδας ή εμφανίζουν κοιλιακές αρρυθμίες στο καρδιογράφημά τους, θα χρειαστεί να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως:

  • ύπαρξη συμπτωμάτων
  • οικογενειακό ιστορικό αιφνίδιου καρδιακού θανάτου
  • ορισμένοι δείκτες που θα μετρήσει ο καρδιολόγος στον υπέρηχο της καρδιάς (διάταση της αριστερής κοιλίας ή του μιτροειδικού δακτυλίου)
  • το είδος της άθλησης

Ο έλεγχος των αθλητών αυτών θα γίνει με δοκιμασία κόπωσης (μέχρι εξάντλησης του αθλητή) και με Holter ρυθμού. Επιπλέον, ανάλογα με τα ευρήματα που προέκυψαν από το καρδιογράφημα και τον υπέρηχο της καρδιάς σας μπορεί να συστηθεί μαγνητική τομογραφία καρδιάς. Με τον ολοκληρωμένο αυτόν τρόπο προσέγγισης ανιχνεύονται αθλητές στους οποίους η άσκηση υψηλής έντασης δεν είναι ασφαλής και πρέπει να αποφεύγεται. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η άθληση επιτρέπεται και όπως τις περισσότερες φορές πρέπει να ενθαρρύνεται. 

Σας έχει πει ο καρδιολόγος ότι έχετε πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας; Σας έχει μήπως συστήσει να περιορίσετε ή να διακόψετε την άθληση;  Αναρωτιέστε αν πρέπει να λαμβάνετε εφ’ όρου ζωής προληπτικά αντιβίωση ή ποια θα είναι η πορεία της πρόπτωσής σας καθώς μεγαλώνετε; Αν ναι, τότε αξίζει να διαβάσετε παρακάτω.  

Τι είναι η πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας;

Η μιτροειδής βαλβίδα είναι μία από τις τέσσερις βαλβίδες της καρδιάς. Επιτρέπει τη ροή του αίματος από μία κοιλότητα της καρδιάς – τον αριστερό κόλπο – προς μίαν άλλη – την αριστερή κοιλία. Όταν η καρδιά συσπάται σε κάθε καρδιακό παλμό ώστε να εξωθήσει το αίμα προς το σώμα μας μέσω της αορτής, η μιτροειδής βαλβίδα κλείνει ερμητικά ώστε το αίμα να εξωθηθεί από την αριστερή κοιλία προς τα εμπρός και να μην επιστρέψει στον αριστερό κόλπο. Στην φάση λοιπόν αυτή που η βαλβίδα κλείνει, τμήμα της μιτροειδούς βαλβίδας μπορεί να  «γλιστράει» πίσω προς τον αριστερό κόλπο. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται πρόπτωση και είναι πιθανόν να συνοδεύεται από επιστροφή ποσότητας αίματος προς τον αριστερό κόλπο, προκαλώντας δηλαδή την ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας.

Που οφείλεται η πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας;

Η πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας είναι συνήθως μία γενετική διαταραχή του συνδετικού ιστού που προσβάλλει τμήματα της μιτροειδούς βαλβίδας, χωρίς όμως να έχει ακόμη εντοπισθεί το υπεύθυνο γονίδιο.

Τύποι και φυσική πορεία της πρόπτωσης

Η πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας έχει δύο τύπους:

  • την ήπια πρόπτωση που παρατηρείται συνήθως στα νέα άτομα, κυρίως κορίτσια, η οποία συνήθως δεν επιδεινώνεται, και
  • την μυξωματώδη μορφή που παρατηρείται σε μεγαλύτερους ενήλικες.

Η ακριβής διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους, αναφορικά με την γενετική αλλά και φυσική πορεία, δεν είναι ξεκάθαρη. Περίπου 6 % των ενηλίκων εμφανίζουν τελικά κάποιο βαθμό πρόπτωσης, με την μυξωματώδη μορφή να είναι στο 1-2 %.

Αν έχετε την μυξωματώδη μορφή, η ανεπάρκεια της βαλβίδας είναι συνήθης και ίσως αργότερα στην ενήλικη ζωή να γίνει αρκετά σοβαρή (5-10 %) και να χρειασθεί χειρουργική παρέμβαση. Άλλες επιπλοκές, εκτός από την ανεπάρκεια, μπορεί να είναι η ενδοκαρδίτιδα, η μόλυνση δηλαδή της βαλβίδας, αρρυθμία ή ακόμη και αιφνίδιος καρδιακός θάνατος. Η πρόπτωση της μιτροειδούς πάντως έχει γενικά καλοήθη πορεία με θνητότητα 5% στα δέκα χρόνια.  

Τα συμπτώματα της πρόπτωσης μιτροειδούς

 Μπορεί να έχετε πρόπτωση μιτροειδούς και να μην έχετε καμία απολύτως ενόχληση. Οι περισσότεροι ασθενείς με πρόπτωση μιτροειδούς δεν έχουν κανένα σύμπτωμα. Ορισμένες φορές όμως μπορεί να παραπονούνται για:

  • άτυπους θωρακικούς πόνους
  • αίσθημα παλμών (αρρυθμία)
  • ζάλη
  • δύσπνοια ή κούραση

Πως γίνεται η διάγνωση;

Αρκετές φορές η διάγνωση γίνεται απλά σε τυχαία ακρόαση της καρδιάς από τον καρδιολόγο ή τον παθολόγο.

Το υπερηχοκαρδιογράφημα όμως αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για τη διάγνωση, την ανεύρεση του ακριβούς μηχανισμού της πρόπτωσης, ενώ τέλος προσδιορίζει και τον βαθμό της ανεπάρκειας της βαλβίδας. Επειδή το υπερηχογράφημα της καρδιάς είναι ανώδυνο, μη επεμβατικό και χωρίς ακτινοβολία, είναι ιδανικό για την παρακολούθησή σας ώστε να διαπιστωθεί έγκαιρα η επιδείνωση της ανεπάρκειας ή της λειτουργικότητας της καρδιάς, αφού θα αποτελέσουν κριτήριο για πιθανή χειρουργική διόρθωση.

Είναι πολύ σημαντικό όμως να τηρούνται αυστηρά τα υπερηχογραφικά κριτήρια της πρόπτωσης μιτροειδούς. Δυστυχώς, είναι απαράδεκτο το πολύ συχνό φαινόμενο που παρατηρείται ακόμα και στις μέρες μας, όταν υπάρχει πληθώρα ιατρικών συγγραμμάτων και εικόνων στο διαδίκτυο για όλα τα ιατρικά θέματα, να βλέπουμε αβίαστα να τίθεται η διάγνωση της πρόπτωσης μιτροειδούς. Να μην ξεχνάμε ότι οι διαγνώσεις αυτές προκαλούν ανησυχία στον εξεταζόμενο και τον «ακολουθούν» σε όλη του τη ζωή. Ιδιαίτερα, όταν αναίτια διακόπτεται η άθληση και συστήνεται προληπτική αντιβίωση εφ’ όρου ζωής.

Πως αντιμετωπίζεται;

Από θεραπευτικής πλευράς πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει κάποιο φάρμακο που να θεραπεύει την πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας. Η λήψη αντιβίωσης για πιθανή ενδοκαρδίτιδα πλέον δεν συστήνεται. Σε περίπτωση που εμφανίσετε κάποια ενόχληση, όπως αίσθημα παλμών, ο καρδιολόγος μπορεί να σας χορηγήσει θεραπευτική αγωγή για την ανακούφιση των συμπτωμάτων σας, αφού όμως τοποθετηθεί Holter ρυθμού 24ώρου ώστε να διαπιστωθεί η προέλευση των αρρυθμιών. Όταν βέβαια οι ενοχλήσεις είναι πιο σοβαρές, όπως δύσπνοια ή κούραση, τότε ίσως χρειαστεί να υποβληθείτε σε επιπλέον έλεγχο για την αντιμετώπιση τους. 

Η εγκυμοσύνη αποτελεί μία φυσιολογική κατάσταση και είναι καλά ανεκτή σε γυναίκες με ήπιας και μέτριας βαρύτητας καρδιοπάθειες. Ως εκ τούτου, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, πρέπει να ενθαρρύνεται η εγκυμοσύνη, καθώς και η συνέχιση αυτής, χωρίς να δημιουργείται άγχος και ανασφάλεια στη γυναίκα και στο περιβάλλον της.


Απαραίτητη προϋπόθεση για μία ασφαλή εγκυμοσύνη αποτελεί ο έλεγχος των γυναικών που έχουν καρδιολογικό ιστορικό, πριν την εγκυμοσύνη, κατά τη διάρκεια αυτής, καθώς και μετά τον τοκετό. Ο λόγος είναι οι αιμοδυναμικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα σε όλη αυτήν την περίοδο, και συνίστανται σε αύξηση της παροχής αίματος από την καρδιά, αύξηση των καρδιακών παλμών, πιθανή αύξηση της αρτηριακής πίεσης, διαταραχή στον πηκτικό μηχανισμό, κ.α. Οι μεταβολές αυτές αποτελούν φυσιολογικά φαινόμενα στην εγκυμοσύνη, αλλά απαιτείται προσοχή όταν η εγκυμονούσα γυναίκα έχει κάποια συγγενή ή επίκτητη καρδιοπάθεια. Από τις καρδιοπάθειες που χρήζουν προσοχής είναι οι συγγενείς καρδιοπάθειες, ορισμένες επίκτητες βαλβιδοπάθειες, η διατατική μυοκαρδιοπάθεια, η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς και η μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας.
Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί μέριμνα σε περιπτώσεις αρτηριακής υπέρτασης- προϋπάρχουσας ή επίκτητης- όπως αναφέρεται παρακάτω, καθώς και σε περιπτώσεις μεγαλυτέρων σε ηλικία γυναικών με σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιπιδαιμία και κάπνισμα όπου, αν και σπάνια, αυξάνει ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου.
Στις κυήσεις υψηλού κινδύνου εντάσσονται ορισμένες από τις συγγενείς καρδιοπάθειες-χειρουργημένες ή μη- όπου η γυναίκα πρέπει να ενημερωθεί πριν την εγκυμοσύνη για τον αυξημένο κίνδυνο τόσο για την ίδια όσο και για το έμβρυο. Σε πολλές περιπτώσεις συστήνεται η επεμβατική διόρθωση της καρδιακής νόσου, ώστε να εξελιχθεί η εγκυμοσύνη με ασφάλεια, και σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει σύσταση για αποφυγή της. Στις επίκτητες καρδιοπάθειες ξεχωρίζουν ορισμένες βαλβιδοπάθειες, όπου απαιτείται εκτίμησή τους και πιθανώς διόρθωσή τους πριν την έναρξη εγκυμοσύνης.
Άλλη νοσολογική οντότητα που μπορεί να απασχολήσει τον καρδιολόγο είναι η καρδιακή ανεπάρκεια σε προχωρημένο στάδιο, όπου η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία και το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας έχουν ταξινομήσει το μητρικό και τον εμβρυικό κίνδυνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης βάσει του τύπου της βαλβιδοπάθειας και της λειτουργικής κατάταξης της καρδιακής ανεπάρκειας.
Επίσης, αξίζει να αναφερθεί και η ομάδα των γυναικών που έχουν χειρουργηθεί για βαλβιδοπάθεια και φέρουν προσθετική βαλβίδα για την οποία λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα. Στις γυναίκες αυτές πρέπει να γίνεται ενημέρωση για τους κινδύνους της αντιπηκτικής αγωγής, είτε αυτή θα είναι τα κουμαρινικά αντιπηκτικά που ήδη λαμβάνει, είτε άλλη αντιπηκτική αγωγή που θα υποκαταστήσει την προ της εγκυμοσύνης αγωγή.
Τέλος, μία ακόμη συχνή πάθηση που θα πρέπει να αξιολογηθεί πριν την εγκυμοσύνη, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής, είναι η αρτηριακή υπέρταση.
Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής εγκυμοσύνης η συστολική αρτηριακή πίεση μεταβάλλεται λίγο. Η διαστολική αρτηριακή πίεση ελαττώνεται λίγο στα πρώιμα στάδια για να επανέλθει στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα στο τρίτο τρίμηνο.
Η πίεση μπορεί να είναι είτε προϋπάρχουσα, δηλαδή να γνωρίζει η γυναίκα την ύπαρξή της, και ίσως να λαμβάνει και φάρμακα για τη ρύθμισή της, είτε να σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, δηλαδή εμφανίζεται μετά την 20η εβδομάδα της κύησης. Στη δεύτερη περίπτωση διακρίνουμε την παροδική υπέρταση, που συνήθως εξαφανίζεται μετά τον τοκετό, και την προεκλαμψία.
Στην περίπτωση της προϋπάρχουσας υπέρτασης χρειάζεται επανεκτίμηση της σοβαρότητάς της, αποκλεισμός δευτεροπαθούς υπέρτασης και προσδιορισμός πιθανών βλαβών σε όργανα στόχους (καρδιά, νεφροί, οφθαλμοί, κ.α.). Συστήνεται εκτός από την τακτική παρακολούθηση της πίεσης και τον εργαστηριακό έλεγχο, η διακοπή του καπνίσματος και του αλκοόλ καθώς και η τροποποίηση των συνθηκών ζωής, με ιδιαίτερη προσοχή στην μείωση της πρόσληψης άλατος.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για προϋπάρχουσα υπέρταση συστήνεται η διακοπή σκευασμάτων που μπορεί να βλάψουν το έμβρυο και να αντικατασταθούν με φάρμακα ασφαλή για την εγκυμοσύνη.
Στην περίπτωση της παροδικής αρτηριακής υπέρτασης οι τιμές της πίεσης επιστρέφουν στο φυσιολογικό λίγο μετά τον τοκετό και η έκβαση της εγκυμοσύνης είναι συνήθως ευνοϊκή.
Στην προεκλαμψία, η πρώιμη διάγνωση σε συνδυασμό με την άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση έχει καθοριστική σημασία.
Η αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης καθώς και όλων των καρδιοπαθειών κατά την εγκυμοσύνη έχει πάντα δύο στόχους, που είναι η επιβίωση της μητέρας και η γέννηση υγιούς παιδιού.

Ως στυτική δυσλειτουργία ορίζεται η αδυναμία επίτευξης ή ακόμη και διατήρησης ικανοποιητικής στύσης κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Αναφέρεται, μάλλον υπερβολικά, ότι στυτική δυσλειτουργία εμφανίζεται σε έναν στους δύο άνδρες ηλικίας άνω των 40 ετών.


Αν και μερικοί άνδρες αποδέχονται, εσφαλμένα ίσως, το πρόβλημα ως φυσική συνέπεια της προχωρημένης ηλικίας τους, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τη στυτική δυσλειτουργία ως σοβαρή ανωμαλία, αφού νιώθουν να μειώνεται ο ανδρισμός τους και να υποβαθμίζεται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή τους. Μόνο μικρό ποσοστό (περίπου 10%) των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία ζητούν ιατρική βοήθεια. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι να παραμένουν αβοήθητοι και να μην λαμβάνουν την απαραίτητη ιατρική συμβουλή και θεραπεία. Πολλές φορές μάλιστα είναι η σύντροφος αυτή που παρακινεί τον άνδρα να επισκεφτεί το γιατρό.
Τα αίτια στυτικής δυσλειτουργίας είναι οργανικά (αγγειακά, νευρολογικά, ορμονικά, φαρμακευτικά) και ψυχογενή, καθώς και συνδυασμός τους. Αναφέρεται ότι η στυτική δυσλειτουργία σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε οργανικά αίτια και η αγγειακή νόσος αποτελεί την κύρια αιτία. Στην στυτική δυσλειτουργία αγγειακής αιτιολογίας κεντρική θέση κατέχει η αρτηριοσκλήρυνση.
Όσον αφορά την οργανική στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες άνω των 40 ετών, αυτή σχετίζεται με αρκετούς από τους παράγοντες κινδύνου για αθηρωμάτωση, όπως είναι η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία και το κάπνισμα.
Το κάπνισμα ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες κινδύνου σχεδόν διπλασιάζει την πιθανότητα εκδήλωσης μετρίου ή σοβαρού βαθμού στυτικής δυσλειτουργίας. Παρατηρείται επίσης μία δοσοεξαρτώμενη συσχέτιση ανάμεσα στη βαρύτητα του καπνίσματος και την εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας.
Η υπέρταση είναι ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση του προβλήματος και οι ασθενείς με υπέρταση παρουσιάζουν σοβαρότερου βαθμού στυτική δυσλειτουργία σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Το ερώτημα που πολλές φορές προκύπτει είναι αν η στυτική δυσλειτουργία στους υπερτασικούς ασθενείς οφείλεται στην αντιυπερτασική αγωγή ή στην υπέρταση καθ’ αυτή.  Όσον αφορά την αντιυπερτασική αγωγή έχει βρεθεί ότι ορισμένα φάρμακα έχουν δυσμενή επίδραση στη στυτική λειτουργία. Μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης του προβλήματος όμως, παρουσιάζεται σε ασθενείς οι οποίοι γνώριζαν ότι μία από τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι η πιθανή εκδήλωση διαταραχών στη στύση.
Ο διαβήτης είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας κινδύνου για στυτική δυσλειτουργία. Η εκδήλωση στυτικής δυσλειτουργίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είναι δείκτης σιωπηρής ισχαιμίας του μυοκαρδίου (δηλαδή ελαττωμένη αιμάτωση της καρδιάς χωρίς ο ασθενής να αναφέρει πόνο). Η στυτική δυσλειτουργία στους διαβητικούς ασθενείς ίσως να είναι αποτέλεσμα μίας εξελισσόμενης γενικευμένης αθηρωματικής νόσου σε συνδυασμό με δομικές μεταβολές στα σηραγγώδη σωμάτια του πέους και νευροπάθεια.
Η δυσλιπιδαιμία είναι αρκετά συχνή σε άτομα με στυτική δυσλειτουργία. Οι τιμές των επιπέδων της HDL και του κλάσματος των τριγλυκεριδίων προς την HDL σχετίζονται με την βαρύτητα της διαταραχής στη λειτουργία της στύσης.
Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η σεξουαλική επαφή αποτελεί μία μετρίου βαθμού καταπόνηση για την καρδιά. Ο κίνδυνος θανάτου κατά την σεξουαλική επαφή είναι πολύ μικρός (0,6% των περιπτώσεων αιφνιδίου θανάτου) και αποτελεί την πιθανότερη αιτία εμφράγματος σε 0,9% των περιπτώσεων. Η δοκιμασία κόπωσης αποτελεί μία πολύ σημαντική εξέταση ανίχνευσης ασθενών με στυτική δυσλειτουργία που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου αργότερα. Η σεξουαλική επαφή ισοδυναμεί με 3-4 λεπτά του τυποποιημένου πρωτοκόλλου δοκιμασίας κόπωσης. Οι ασθενείς που δεν είναι σε θέση να ξεπεράσουν τα τέσσερα λεπτά πιθανό να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στην σεξουαλική δραστηριότητα με ασφάλεια.
Καθώς αρκετοί από τους παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί για τη στυτική δυσλειτουργία και τη γενικευμένη αγγειακή νόσο, η στυτική δυσλειτουργία ίσως να αποτελεί σε ασυμπτωματικούς ασθενείς δείκτη υποκλινικής αγγειοπάθειας, κυρίως ισχαιμίας των στεφανιαίων αρτηριών. Η παθοφυσιολογική συσχέτιση ανάμεσα στην στυτική δυσλειτουργία και την αγγειακή νόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στο γεγονός ότι στους ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα προσβάλλονται πρώτα οι μικρότερες αρτηρίες του πέους και στη συνέχεια οι μεγαλύτερες σε μέγεθος αρτηρίες. Η στυτική δυσλειτουργία είναι πρώιμος δείκτης αλλά και προγνωστικός παράγοντας για καρδιαγγειακά συμβάματα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η συχνότητα της υποκλινικής στεφανιαίας νόσου στους ασθενείς αυτούς είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό.
Η εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας καθιστά λοιπόν αναγκαία την καρδιολογική προσέγγιση του ασθενούς που θα βασιστεί αρχικά στο ιστορικό και την κλινική εξέταση με σκοπό την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ασθενείς χαμηλού κινδύνου μπορούν να έχουν με κατάλληλη παρέμβαση μια ασφαλή σεξουαλική ζωή. Αντίθετα στους ασθενείς αυξημένου κινδύνου κάθε σεξουαλική δραστηριότητα θα πρέπει να γίνεται μόνο εφόσον προηγηθεί η αποτελεσματική αντιμετώπιση ή σταθεροποίηση της καρδιαγγειακής νόσου. Για τους ασθενείς ενδιάμεσου κινδύνου θα πρέπει να ακολουθείται μία ιδιαίτερα προσεκτική αντιμετώπιση.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο ασθενής που προσέρχεται στο ιατρείο με πρόσφατης έναρξης προβλήματα στην λειτουργία της στύσης δεν έχει κλινικά έκδηλη στεφανιαία νόσο. Για τους ασθενείς αυτούς ο έλεγχος για την ανάδειξη υποκλινικής στεφανιαίας νόσου και την εκτίμηση του κινδύνου για μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάματα κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός. Για τους ασθενείς χαμηλού κινδύνου απαιτείται αλλαγή του τρόπου ζωής και καλύτερη ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο πέραν της αντιμετώπισης των παραγόντων κινδύνου χρειάζεται να υποβληθούν σε ενδελεχή έλεγχο προκειμένου να αποκαλυφθεί η παρουσία πιθανής στεφανιαίας νόσου.
Σημαντικό ρόλο για την επίτευξη και διατήρηση ικανοποιητικής στύσης κατέχουν:

  •  η αλλαγή του τρόπου ζωής με οδηγίες για μείωση του σωματικού βάρους, διακοπή του καπνίσματος και άσκηση
  •   η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης) 
  •  αν χρειασθεί η χορήγηση φαρμάκων.

Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης 5 (Spedra, Viagra, Levitra, Cialis) θεωρούνται αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα εφόσον οι ασθενείς έχουν εκτιμηθεί σωστά όσον αφορά την επάρκεια του καρδιαγγειακού συστήματος για τη σεξουαλική πράξη. Τα φάρμακα είναι ασφαλή και στους ασθενείς με στεφανιαία νόσο, χωρίς να αυξάνουν περαιτέρω τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αποφεύγεται η συγχορήγηση με νιτρώδη.
Στο αντίποδα όμως θα πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες, έχουν φυσιολογικές διακυμάνσεις στην ερωτική τους διάθεση και απόδοση σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους. Εάν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει ερωτικά πρόβλημα συνήθως φταίει η σχέση του και η καθημερινή ζωή του. Κύριο ρόλο κατέχει το άγχος που δημιουργούν οι ρυθμοί της σημερινής ζωής, οι αλλαγές των ρόλων στο ζευγάρι, οι καταναλωτικές «ανάγκες» και τα οικονομικά προβλήματα. Το λεπτομερές και σωστά στοχευόμενο ιατρικό ιστορικό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την διάκριση των διαφόρων μορφών στυτικής δυσλειτουργίας. Όταν χαρακτηρίζουμε με τόση ευκολία κάποιον με πρόβλημα στύσης μελλοντικό καρδιοπαθή και του δίνουμε φάρμακα συνήθως καταστρέφουμε την ερωτική του ζωή, τον γεμίζουμε με φόβο και ανασφάλεια ή τον κάνουμε πραγματικά ανίκανο. Επίσης νέοι και μεσήλικες άντρες που κάνουν, από κακή πληροφόρηση, ανασφάλεια, ή και για «ψυχαγωγικούς» λόγους, χρήση τέτοιων φαρμάκων αποκτούν σοβαρή ψυχολογική εξάρτηση από αυτά. Βέβαια οι ίδιοι παράγοντες που προκαλούν στεφανιαία νόσο είναι ικανοί να προκαλέσουν τελικά και όχι απαραίτητα προκαταβολικά και στυτική δυσλειτουργία οργανικής αιτιολογίας. Άλλωστε, στην καθημερινή κλινική μας πράξη αυτό που συνήθως απασχολεί τους ασθενείς μετά από ένα έμφραγμα είναι πότε επιτρέπεται να ξαναρχίσουν την ερωτική τους ζωή και όχι αν είναι «ικανοί».
Συνδυασμός παραγόντων λοιπόν, όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπέρταση μπορούν να επηρεάσουν και τη στυτική λειτουργία. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα φάρμακα της στυτικής δυσλειτουργίας μπορεί να έχουν θέση μαζί όμως με αλλαγή του τρόπου ζωής. Η διακοπή του καπνίσματος και η άσκηση, ακόμη και το απλό περπάτημα, αποτελούν τα ισχυρότερα όπλα και για τη στυτική δυσλειτουργία. Ας μην λησμονούμε όμως ότι η καλή ερωτική ζωή των ανθρώπων εξαρτάται από πολύ λεπτές ψυχικές, διαπροσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες.