Greek English

Δυσλιπιδαιμία

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Γράφτηκε από τον/την Dr Στεργίου Δημήτριος

Η κύρια αιτία της στεφανιαίας νόσου είναι η αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων αρτηριών. 
Η αθηροσκλήρωση αποδίδεται σε συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Στο κέντρο της υποκείμενης παθολογίας της κλινικής αθηροσκλήρωσης βρίσκεται η δυσλιπιδαιμία, η οποία είναι ένας όρος που περιγράφει τα παθολογικά επίπεδα των λιπιδίων του πλάσματος.

Η δυσλιπιδαιμία μπορεί να είναι είτε πρωτοπαθής (κληρονομική) είτε δευτεροπαθής, δηλαδή να οφείλεται σε κάποιο άλλο νόσημα, ή ακόμη σε παχυσαρκία ή διατροφή με αυξημένη ποσότητα κορεσμένου λίπους ή και λήψη φαρμάκων (όπως για παράδειγμα η μακροχρόνια λήψη κορτιζόνης).
Η αποκατάσταση των φυσιολογικών τιμών λιπιδίων μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της αθηρωμάτωσης και των επιπλοκών της.
Κατά συνέπεια η αξιολόγηση των τιμών των λιπιδίων (λιπιδαιμικό προφίλ) αποτελεί σημαντική παράμετρο για την πρόληψη του συνολικού κινδύνου, τόσο στην πρωτογενή όσο και στη δευτερογενή πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.
Τα λιπίδια αποτελούνται κύριως από ελεύθερη χοληστερόλη, εστέρες χοληστερόλης, τριγλυκερίδια και φωσφολιπίδια και καθώς είναι αδιάλυτα στο νερό μεταφέρονται στο αίμα μέσα σε σύνθετα σφαιρικά σωματίδια που ονομάζονται λιποπρωτεΐνες. Οι κύριες λιποπρωτεΐνες μεταφοράς της χοληστερόλης είναι η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL), γνωστή και ως << κακή χοληστερόλη>>, και υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (HDL), γνωστή και ως <<καλή χοληστερόλη>>, οι οποίες περιέχουν σχεδόν το 70% και το 20% της ολικής χοληστερόλης του πλάσματος, αντίστοιχα, στους υγιείς ενήλικες.
Η χοληστερόλη είναι πολύ σημαντική στη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Συμμετέχει στο σχηματισμό των κυττάρων του νευρικού συστήματος, καθώς και στον σχηματισμό συγκεκριμένων ορμονών (όπως η κορτιζόνη και η τεστοστερόνη), βιταμινών (όπως η βιταμίνη D), είναι βασικό στοιχείο της χολής και αποτελεί κύρια πηγή ενέργειας για τον οργανισμό.
Το μεγαλύτερο  μέρος της χοληστερόλης συντίθεται εξ' αρχής στο ήπαρ, αλλά παρατηρείται αυξημένη παραγωγή όταν η δίαιτα είναι πλούσια σε κορεσμένα λίπη, κυρίως ζωικά.
Τα αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης του ορού αποτελούν σημαντικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου και συνδέονται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα. Η θετική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης και του καρδιαγγειακού κινδύνου ισχύει σε όλα τα άτομα ανεξάρτητα από το αν πάσχουν ήδη από καρδιαγγειακή νόσο. Όταν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου, όπως προχωρημένη ηλικία, κάπνισμα και αρτηριακή υπέρταση η σχέση αυτή ενισχύεται και ο κίνδυνος αυξάνεται περαιτέρω. Σε άτομα χωρίς εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο η επιθετικότητα στην πρόληψη θα πρέπει να συνεκτιμάται από τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο ενώ σε ασθενείς με τεκμηριωμένη καρδιαγγειακή νόσο ο στόχος είναι χαμηλότερος.
Η LDL είναι η κύρια αθηρογόνος λιποπρωτεΐνη. Αν τα επίπεδα της LDL στον ορό είναι αυξημένη, τότε μπορεί να εναποτεθεί στα αρτηριακά τοιχώματα (π.χ. στις στεφανιαίες αρτηρίες) συμβάλλοντας στο σχηματισμό αθηρωματικής πλάκας. Η εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης συνδέεται με σοβαρά ισχαιμικά σύνδρομα όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αγγειακή νόσο και αιφνίδιο θάνατο.
Η HDL κινητοποιεί την ελεύθερη χοληστερόλη που είναι κατανεμημένη σε ολόκληρο το σώμα, συμπεριλαμβανομένων και των αρτηριών και τη μεταφέρει στο ήπαρ για μεταβολισμό (ανάστροφη μεταφορά χοληστερόλης). Επίσης λειτουργεί ως αντιφλεγμονώδης παράγοντας μείωνοντας την πηκτική ικανότητα του αίματος. Μειωμένα επίπεδα HDL χοληστερόλης στον ορό αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. 
Τα τριγλυκερίδια κυκλοφορούν στο αίμα και αποθηκεύονται στο σωματικό λίπος. Τα επίπεδά τους αυξάνονται σημαντικά μετά τη λήψη ενός γεύματος πλούσιου σε λιπαρά και μειώνονται προοδευτικά καθώς ο οργανισμός μεταβολίζει το λίπος. Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στον ορό σχετίζονται θετικά με κίνδυνο αθηρωματικής νόσου.
Η υπετριγλυκεριδαιμία συνδέεται με καταστάσεις όπως το μεταβολικό σύνδρομο, ο διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση, η φυσική αδράνεια, η παχυσαρκία, η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος και η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών.
Στο πλαίσιο της πρωτογενούς πρόληψης συνιστάται η μέτρηση της ολικής χοληστερόλης και της HDL χοληστερόλης σε όλους τους ενήλικες >40 ετών οι οποίοι δεν έχουν ιστορικό ή ενδείξεις καρδιαγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη και οι οποίοι δεν λαμβάνουνήδη αντιυπερτασική ή υπολιπιδαιμική αγωγή. Επίσης συνιστάται σε ασθενείς με εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική νόσο, περιφερική αγγειακή νόσο, ή μεμονωμένους παράγοντες κινδύνου, όπως υπέρταση ή κάπνισμα, νεφροπάθεια ή διαταραχές του θυρεοειδή.
Πρέπει να τονισθεί ότι είναι λάθος να γίνεται η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας από μία μόνο εργαστηριακή εκτίμηση, διότι υπάρχει η πιθανότητα εργαστηριακού σφάλματος. Απαιτούνται τουλάχιστο δυο εξετάσεις με απόσταση δυο εβδομάδων μεταξύ τους.
Είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες προσδιορισμού των τιμών των λιπιδαιμικών παραμέτρων. Ο προσδιορισμός πρέπει να γίνεται μετά νηστεία τουλάχιστον 12 ωρών. Επίσης είναι σημαντική η αιμοσυμπύκνωση του ασθενή, γαι παράδειγμα σε άτομα που βρίσκονται σε όρθια θέση, αφού η ορθοστασία έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της χοληστερόλης. Πριν την αιμοληψία ο ασθενής πρέπει να είναι καθιστός γαι 5 λεπτά περίπου, ενώ η περιχειρίδα δεν πρέπει να παραμένει για περισσότερο απο 1 λεπτό, αφού μπορεί να προκαλέσει τοπική αιμοσυμπύκνωση και αύξηση της τιμής της χοληστερόλης.
Ο προσδιορισμός των λιπιδίων πρέπει να αναβάλλεται σε περιπτώσεις stress, όπως σε ασθενείς με οξέα νοσήματα (τραύματα, χειρουργικές επεμβάσεις, λοιμώξεις, εμφράγμα, ΑΕΕ). Αυτές οι καταστάσεις συνοδεύονται από αλλαγές στη σύσταση ή στη συγκέντρωση των λιποπρωτεϊνών. Τέτοιες αλλαγές είναι η μείωση της LDL-χοληστερόλης και της HDL-χοληστερόλης, καθώς και η αύξηση των τριγλυκεριδίων.
Είναι λάθος να τίθεται η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας και να ξεκινά η θεραπεία της πριν τον αποκλεισμό των αιτιών της δευτεροπαθούς δυσλιπιδαιμίας. Ο σακχαρώδης διαβήτης συνοδεύεται συχνά από δευτεροπαθή δυσλιπιδαιμία η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένα τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL.
Η χοληστερόλη όπως προαναφέρθηκε προέρχεται από το ήπαρ και εξωγενώς από τη διατροφή. Ενδεικτικά, το ήπαρ παράγει καθημερινά περίπου 1 gr χοληστερόλης, ενώ από τη διατροφή παρέχεται περίπου το 15%-20% της χοληστερόλης στον οργανισμό. Αποβάλλεται από το ήπαρ στο έντερο και από αυτήν ποσοστό περίπου 50% επαναρροφάται και εισέρχεται ξανά στον οργανισμό μας. Στις περιπτώσεις που χρειαστεί να τεθεί φαρμακευτική αγωγή αυτή έχει ως στόχο την μείωση της ηπατικής παραγωγής της χοληστερόλης, ή την μείωση της επαναρρόφησής της, ή ακόμα και την μείωση των τριγλυκεριδίων. Η απόφαση για έναρξη φαρμακευτικής αγωγής πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα αλλά και σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους λοιπούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, όπως η αρτηριακή υπέρταση, το κάπνισμα, η κληρονομική επιβάρυνση, η παχυσαρκία κ.α. Η έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, πρέπει να γίνεται πάντα σε συνδυασμό με υγειινοδιαιτητικές παρεμβάσεις, δεν πρέπει να αποφασίζεται αβίαστα, αλλά ούτε και αναίτια να καθυστερεί.