Greek English

Διαταραχές στύσης

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Γράφτηκε από τον/την Dr Στεργίου Δημήτριος

Ως στυτική δυσλειτουργία ορίζεται η αδυναμία επίτευξης ή ακόμη και διατήρησης ικανοποιητικής στύσης κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Αναφέρεται, μάλλον υπερβολικά, ότι στυτική δυσλειτουργία εμφανίζεται σε έναν στους δύο άνδρες ηλικίας άνω των 40 ετών.


Αν και μερικοί άνδρες αποδέχονται, εσφαλμένα ίσως, το πρόβλημα ως φυσική συνέπεια της προχωρημένης ηλικίας τους, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τη στυτική δυσλειτουργία ως σοβαρή ανωμαλία, αφού νιώθουν να μειώνεται ο ανδρισμός τους και να υποβαθμίζεται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή τους. Μόνο μικρό ποσοστό (περίπου 10%) των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία ζητούν ιατρική βοήθεια. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι να παραμένουν αβοήθητοι και να μην λαμβάνουν την απαραίτητη ιατρική συμβουλή, ή και θεραπεία. Πολλές φορές μάλιστα είναι η σύντροφος αυτή που παρακινεί τον άνδρα να επισκεφτεί το γιατρό.
Τα αίτια στυτικής δυσλειτουργίας είναι οργανικά (αγγειακά, νευρολογικά, ορμονικά, φαρμακευτικά) και ψυχογενή, καθώς και συνδυασμός τους. Αναφέρεται ότι η στυτική δυσλειτουργία σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε οργανικά αίτια και η αγγειακή νόσος αποτελεί την κύρια αιτία. Στην στυτική δυσλειτουργία αγγειακής αιτιολογίας κεντρική θέση κατέχει η αρτηριοσκλήρυνση.
Όσον αφορά την οργανική στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες άνω των 40 ετών, αυτή σχετίζεται με αρκετούς από τους παράγοντες κινδύνου για αθηρωμάτωση, όπως είναι η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία και το κάπνισμα.
Το κάπνισμα ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες κινδύνου σχεδόν διπλασιάζει την πιθανότητα εκδήλωσης μετρίου ή σοβαρού βαθμού στυτικής δυσλειτουργίας. Παρατηρείται επίσης μία δοσοεξαρτώμενη συσχέτιση ανάμεσα στη βαρύτητα του καπνίσματος και την εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας.
Η υπέρταση είναι ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση του προβλήματος και οι ασθενείς με υπέρταση παρουσιάζουν σοβαρότερου βαθμού στυτική δυσλειτουργία σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Το ερώτημα είναι αν η στυτική δυσλειτουργία στους υπερτασικούς ασθενείς οφείλεται στην αντιυπερτασική αγωγή ή στην υπέρταση καθ' αυτή. Μελέτες έδειξαν ότι οι δομικές μεταβολές που παρατηρούνται στις αρτηρίες και τα σηραγγώδη σωμάτια του πέους σχετίζονται με τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης. Όσον αφορά την αντιυπερτασική αγωγή έχει βρεθεί ότι ορισμένα φάρμακα έχουν δυσμενή επίδραση στην εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας. Μεγαλύτερη συχνότητα όμως εμφάνισης του προβλήματος παρουσιάζεται σε ασθενείς οι οποίοι γνώριζαν ότι μία από τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι η πιθανή εκδήλωση διαταραχών στη στύση.
Ο διαβήτης είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας κινδύνου για στυτική δυσλειτουργία. Η εκδήλωση στυτικής δυσλειτουργίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είναι δείκτης σιωπηρής ισχαιμίας του μυοκαρδίου (δηλαδή ελαττωμένη αιμάτωση της καρδιάς χωρίς ο ασθενής να αναφέρει πόνο). Η στυτική δυσλειτουργία στους διαβητικούς ασθενείς ίσως να είναι αποτέλεσμα μίας εξελισσόμενης γενικευμένης αθηρωματικής νόσου σε συνδυασμό με δομικές μεταβολές στα σηραγγώδη σωμάτια του πέους και νευροπάθεια.
Η δυσλιπιδαιμία είναι αρκετά συχνή σε άτομα με στυτική δυσλειτουργία. Οι τιμές των επιπέδων της HDL και του κλάσματος των τριγλυκεριδίων προς την HDL σχετίζονται με την βαρύτητα της διαταραχής στη λειτουργία της στύσης.
Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η σεξουαλική επαφή αποτελεί μία μετρίου βαθμού καταπόνηση για την καρδιά, όσον αφορά τις απαιτήσεις σε οξυγόνο (μεταβολές στην καρδιακή συχνότητα και στην αρτηριακή πίεση). Ο κίνδυνος θανάτου κατά την σεξουαλική επαφή είναι πολύ μικρός (0,6% των περιπτώσεων αιφνιδίου θανάτου) και αποτελεί την πιθανότερη αιτία εμφράγματος σε 0,9% των περιπτώσεων.
Η δοκιμασία κόπωσης αποτελεί μία πολύ σημαντική εξέταση ανίχνευσης ασθενών με στυτική δυσλειτουργία που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου αργότερα. Η σεξουαλική επαφή ισοδυναμεί με 3-4 λεπτά του τυποποιημένου πρωτοκόλλου δοκιμασίας κόπωσης. Οι ασθενείς που δεν είναι σε θέση να ξεπεράσουν τα τέσσερα λεπτά πιθανό να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στην σεξουαλική δραστηριότητα με ασφάλεια.
Καθώς αρκετοί από τους παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί για τη στυτική δυσλειτουργία και τη γενικευμένη αγγειακή νόσο, η στυτική δυσλειτουργία ίσως να αποτελεί σε ασυμπτωματικούς ασθενείς δείκτη υποκλινικής αγγειοπάθειας, κυρίως ισχαιμίας των στεφανιαίων αρτηριών. Η παθοφυσιολογική συσχέτιση ανάμεσα στην στυτική δυσλειτουργία και την αγγειακή νόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στο γεγονός ότι στους ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα προσβάλλονται πρώτα οι μικρότερες αρτηρίες του πέους και στη συνέχεια οι μεγαλύτερες σε μέγεθος αρτηρίες. Η στυτική δυσλειτουργία είναι πρώιμος δείκτης αλλά και προγνωστικός παράγοντας για καρδιαγγειακά συμβάματα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η συχνότητα της υποκλινικής στεφανιαίας νόσου στους ασθενείς αυτούς είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό.
Η εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας καθιστά λοιπόν αναγκαία την καρδιολογική προσέγγιση του ασθενούς που θα βασιστεί αρχικά στο ιστορικό και την κλινική εξέταση με σκοπό την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ασθενείς χαμηλού κινδύνου μπορούν να έχουν με κατάλληλη παρέμβαση μια ασφαλή σεξουαλική ζωή. Αντίθετα στους ασθενείς αυξημένου κινδύνου κάθε σεξουαλική δραστηριότητα θα πρέπει να γίνεται μόνο εφόσον προηγηθεί η αποτελεσματική αντιμετώπιση ή σταθεροποίηση της καρδιαγγειακής νόσου. Για τους ασθενείς ενδιάμεσου κινδύνου θα πρέπει να ακολουθείται μία ιδιαίτερα προσεκτική αντιμετώπιση.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο ασθενής που προσέρχεται στο ιατρείο με πρόσφατης έναρξης προβλήματα στην λειτουργία της στύσης δεν έχει κλινικά έκδηλη στεφανιαία νόσο. Για τους ασθενείς αυτούς ο έλεγχος για την ανάδειξη υποκλινικής στεφανιαίας νόσου και την εκτίμηση του κινδύνου για μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάματα κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός. Για τους ασθενείς χαμηλού κινδύνου απαιτείται αλλαγή του τρόπου ζωής και καλύτερη ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο πέραν της αντιμετώπισης των παραγόντων κινδύνου χρειάζεται να υποβληθούν σε ενδελεχή έλεγχο προκειμένου να αποκαλυφθεί η παρουσία πιθανής στεφανιαίας νόσου.
Σημαντικό ρόλο για την επίτευξη και διατήρηση ικανοποιητικής στύσης κατέχουν α) η αλλαγή του τρόπου ζωής με οδηγίες για μείωση του σωματικού βάρους, διακοπή του καπνίσματος και άσκηση β) η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης) και γ) αν χρειασθεί η χορήγηση φαρμάκων.
Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης 5 (Viagra, Levitra, Cialis) θεωρούνται αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα εφόσον οι ασθενείς έχουν εκτιμηθεί σωστά όσον αφορά την επάρκεια του καρδιαγγειακού συστήματος για τη σεξουαλική πράξη. Τα φάρμακα είναι ασφαλή και στους ασθενείς με στεφανιαία νόσο, χωρίς να αυξάνουν περαιτέρω τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αποφεύγεται η συγχορήγηση με νιτρώδη.
Στο αντίποδα όμως θα πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες, έχουν φυσιολογικές διακυμάνσεις στην ερωτική τους διάθεση και απόδοση σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους. Εάν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει ερωτικά πρόβλημα συνήθως φταίει η σχέση του και η καθημερινή ζωή του. Κύριο ρόλο κατέχει το άγχος που δημιουργούν οι ρυθμοί της σημερινής ζωής, οι αλλαγές των ρόλων στο ζευγάρι, οι καταναλωτικές «ανάγκες» και τα οικονομικά προβλήματα. Το λεπτομερές και σωστά στοχευόμενο ιατρικό ιστορικό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την διάκριση των διαφόρων μορφών στυτικής δυσλειτουργίας. Όταν χαρακτηρίζουμε με τόση ευκολία κάποιον με πρόβλημα στύσης μελλοντικό καρδιοπαθή και του δίνουμε φάρμακα συνήθως καταστρέφουμε την ερωτική του ζωή, τον γεμίζουμε με φόβο και ανασφάλεια ή τον κάνουμε πραγματικά ανίκανο. Επίσης νέοι και μεσήλικες άντρες που κάνουν, από κακή πληροφόρηση, ανασφάλεια, ή και για «ψυχαγωγικούς» λόγους, χρήση τέτοιων φαρμάκων αποκτούν σοβαρή ψυχολογική εξάρτηση από αυτά. Βέβαια οι ίδιοι παράγοντες που προκαλούν στεφανιαία νόσο είναι ικανοί να προκαλέσουν τελικά και όχι απαραίτητα προκαταβολικά και στυτική δυσλειτουργία οργανικής αιτιολογίας. Άλλωστε, στην καθημερινή κλινική μας πράξη αυτό που συνήθως απασχολεί τους ασθενείς μετά από ένα έμφραγμα είναι πότε επιτρέπεται να ξαναρχίσουν την ερωτική τους ζωή και όχι αν είναι «ικανοί».
Συνδυασμός παραγόντων λοιπόν, όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπέρταση τελικά μπορούν να επηρεάσουν και τη στυτική λειτουργία. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα φάρμακα της στυτικής δυσλειτουργίας μπορεί να έχουν θέση μαζί όμως με αλλαγή όλου του τρόπου ζωής. Η διακοπή του καπνίσματος και η άσκηση, ακόμη και το απλό περπάτημα, αποτελούν τα ισχυρότερα όπλα και για τη στυτική δυσλειτουργία. Ας μην λησμονούμε όμως ότι η καλή ερωτική ζωή των ανθρώπων εξαρτάται από πολύ λεπτές ψυχικές, διαπροσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες.