Greek English

Τοποθέτηση και παρακολούθηση βηματοδοτών

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Γράφτηκε από τον/την Dr Στεργίου Δημήτριος

Η τοποθέτηση ή εμφύτευση καρδιακού βηματοδότη αποτελεί μία συνηθισμένη επεμβατική ιατρική πράξη για τη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών που προσέρχονται με βραδυαρρυθμίες, οι οποίες μπορεί να είναι δυνητικά επικίνδυνες για τη ζωή, ή να προκαλούν συμπτώματα, όπως ζάλη ή λιποθυμικά επεισόδια.
Η τοποθέτηση βηματοδότη εκτελείται βάσει προκαθορισμένων ενδείξεων και χαρακτηρίζεται από την αναγκαιότητα της δια βίου παρακολούθησης των ασθενών αυτών. Η περιοδική παρακολούθηση έχει σκοπό να εντοπίσει και αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει πιθανά προβλήματα του βηματοδοτικού συστήματος (βηματοδοτική συσκευή και ηλεκτρόδια), καθώς και να ελέγξει τις λειτουργικές παραμέτρους του βηματοδότη. Ο έλεγχος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αφού παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της άσκοπης ή εσφαλμένης λειτουργίας βηματοδοτικών συστημάτων, που είτε δεν ρυθμίζονται ώστε να επιτρέπουν την κατά το δυνατόν φυσιολογικότερη λειτουργία της καρδιάς, ή λειτουργούν με υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα την πρωιμότερη εξάντληση της γεννήτριας του βηματοδότη.
Τέλος, με την περιοδική παρακολούθηση του βηματοδότη είναι εφικτός ο χρονικός προσδιορισμός της αντικατάστασής του, λόγω της φυσιολογικά επερχόμενης ενεργειακής του εξάντλησης.
Στο αρχικό διάστημα μετά την επέμβαση, ιδίως τους δύο πρώτους μήνες, ιδιαίτερη μέριμνα χρήζει η ομαλή επούλωση του τραύματος της θέσης εμφύτευσης (αποφυγή επιμόλυνσης ή αιματώματος), καθώς και η επαναξιολόγηση των παραμέτρων λειτουργίας του βηματοδότη, ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα μετατόπισης κάποιου ηλεκτροδίου.
Αργότερα, η προγραμματισμένη παρακολούθηση γίνεται συνήθως ανά εξάμηνο, οπότε και επανεξετάζεται η θέση εμφύτευσης του βηματοδότη και ερωτάται ο ασθενής για πιθανές ενοχλήσεις μετά την τοποθέτησή του. Ακολουθεί η διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος όπου καταγράφεται κατά πόσο λειτουργεί η καρδιά του ασθενή ή ο βηματοδότης, και κατά πόσο υπάρχει αρμονική συνεργασία των δύο. Ακολούθως, τοποθετείται ένας μικρός μαγνήτης πάνω στη θέση του βηματοδότη, ή πιο διεξοδικά ένας κατάλληλος προγραμματιστής, που έχει τη δυνατότητα επικοινωνίας με το συγκεκριμένο τύπο βηματοδότη. Η τροποποίηση κάθε παραμέτρου της βηματοδοτικής λειτουργίας, όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη, επιτυγχάνεται μόνο με τη βοήθεια του εν λόγω προγραμματιστή.
Κατά την επίσκεψη ο ασθενής προσκομίζει την βηματοδοτική του ταυτότητα, η οποία του χορηγείται μετά την εμφύτευση. Η ταυτότητα αυτή περιέχει δεδομένα απαραίτητα για τον επαρκή έλεγχο του βηματοδότη, όπως είναι οι πληροφορίες για τον τύπο του βηματοδότη και τον τρόπο λειτουργίας του.
Να σημειωθεί επίσης ότι τα τελευταία χρόνια οι ενδείξεις εμφύτευσης μόνιμου καρδιακού βηματοδότη επεκτάθηκαν και σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια για τον επανασυγχρονισμό των δύο καρδιακών κοιλιών με την τοποθέτηση τριών ενδοκαρδιακών ηλεκτροδίων.
Όπως προαναφέρθηκε, η βηματοδοτική συσκευή έχει πολυάριθμες και εξαιρετικές δυνατότητες, οι οποίες πρέπει να ελέγχονται από εξειδικευμένο γιατρό, ανάλογα με τα προβλήματα του κάθε ασθενή, ώστε να αποκομιστεί το μέγιστο όφελος, αλλά και να επιμηκυνθεί η διάρκεια ζωής της γεννήτριάς του.